Του John Tamny
Όταν ο Ρόναλντ Ρέιγκαν πέθανε στις 5 Ιουνίου 2004, ο Ρόμπερτ Νόβακ επισήμανε ότι ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ υλοποίησε όλες τις υποσχέσεις του εκτός από μία.
Κατά την προεκλογική του εκστρατεία για τις προεδρικές εκλογές του 1980, ο Ρέιγκαν έλεγε στις ομιλίες του ότι "καμία χώρα στην ιστορία δεν έχει επιβιώσει με fiat νόμισμα, που να μην υποστηρίζεται από πολύτιμα μέταλλα". Ο Ρέιγκαν ήθελε να επιστρέψει στον "κανόνα του χρυσού" και το υποσχέθηκε. Ο Νόβακ είπε ότι ο Ρέιγκαν το μετάνιωσε πολύ που δεν εκπλήρωσε την υπόσχεσή του για το δολάριο.
Γιατί ο Ρέιγκαν δεν έκανε αυτό που υποσχέθηκε; Είναι ένα ερώτημα που αξίζει να θέσουμε, δεδομένου ότι θα μπορούσε να είχε ορίσει μονομερώς την αξία του δολαρίου σε σχέση με την αξία μιας ουγγιάς χρυσού. Κανείς δεν θα μπορούσε να τον εμποδίσει.
Πώς το γνωρίζουμε αυτό; Από τις θητείες του Φράνκλιν Ντελάνο Ρούσβελτ και του Ρίτσαρντ Νίξον. Το 1933, ο Ρούσβελτ υποτίμησε το δολάριο από το 1/20 της ουγγιάς χρυσού στο 1/35. Ακολούθησε ένα τεράστιο κύμα κριτικής κατά αυτής της ενέργειας του Ρούσβελτ. Μεταξύ των επικριτών ο τότε πρόεδρος της Fed, Γιουτζίν Μέγερ. Ο Μέγιερ εξοργίστηκε τόσο με την απόφαση του Ρούσβελτ που παραιτήθηκε από την κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ και αγόρασε την Washington Post για να τη χρησιμοποιήσει εναντίον του Αμερικανού προέδρου.
Κόντρα σε ό,τι υποστηρίζουν οι πολιτικές παρατάξεις, αποστολή της Fed δεν είναι να προστατεύει την αξία του δολαρίου. Ο Μέγιερ ήταν ανίσχυρος μπροστά στις ιδιοτροπίες του Ρούσβελτ και δεν ήταν δυνατόν να προστατεύσει το δολάριο.
Το 1971, ο πρόεδρος Νίξον αποφάσισε να διακόψει εντελώς τη σύνδεση του δολαρίου με το χρυσό. Ο Μίλτον Φρίντμαν και άλλοι εξέχοντες οικονομολόγοι θεωρούσαν ότι ο ορισμός του χρυσού ήταν χαμηλής αξίας, ότι ήταν καλύτερο να αφήσουν το δολάριο να κυμαίνεται χωρίς περιορισμούς, ώστε οι οικονομολόγοι να μπορούν να αναλάβουν τον έλεγχο της νομισματικής πολιτικής. Το ότι υποφέρουμε από την αλαζονεία του Φρίντμαν και των υπολοίπων μέχρι σήμερα περιττεύει να το πούμε. Είναι προφανές.
Το θέμα είναι ότι ο Νίξον, ως πρόεδρος, είχε τη δυνατότητα να υποτιμήσει το δολάριο. Ο πρόεδρος της Fed, Άρθουρ Μπερνς, παρακάλεσε τον Νίξον να μην κάνει κάτι που ήταν πρόδηλα επιζήμιο για την ευημερία κάθε Αμερικανού, αλλά όπως και ο Μέγιερ, έτσι κι αυτός ήταν ανήμπορος να κάνει κάτι περισσότερο. Το γεγονός ότι ο Μπερνς δέχεται "τα πυρά" μέχρι σήμερα για τον πληθωρισμό της δεκαετίας του 1970 είναι ακόμη μια απόδειξη ότι οι οικονομικές επιστήμες έχουν χρεοκοπήσει.
Το δίδαγμα από τον Ρούσβελτ και τον Νίξον είναι πως οι πρόεδροι κάνουν το δολάριο ό,τι θέλουν. Μπορούν να αλλάξουν την αξία του σε σχέση με τον χρυσό (Ρούσβελτ), μπορούν να το υποτιμήσουν αποσυνδέοντας το από τον χρυσό (Νίξον). Ο Ρέιγκαν θα μπορούσε να τονώσει το δολάριο συνδέοντάς το εκ νέου με ένα εμπόρευμα όπως ο χρυσός. Γιατί δεν το έκανε; Ίσως γιατί οι ίδιοι οικονομολόγοι που έπεισαν τον Νίξον να πράξει όπως έπραξε, έπεισαν και τον Ρέιγκαν να μην ανατρέψει την απόφαση του Νίξον.
Και εδώ έρχεται ο Ντόναλντ Τραμπ. Είναι ο ιδανικός πρόεδρος για να διορθώσει το τεράστιο λάθος του Νίξον, και όχι μόνο επειδή ο Τραμπ θα απολάμβανε να αντιμετωπίσει τις αντιδράσεις των "διδακτόρων" που θα είχαν το ''θράσος" να προσδώσουν σταθερότητα στο δολάριο ως μέτρο. Ο Τραμπ θα απολάμβανε να πειράζει τους "διδάκτορες", ενώ συγχρόνως θα έφερνε ενθουσιασμό στις τάξεις των υποστηρικτών του λέγοντάς τους ότι πλέον δεν θα έχουν να φοβούνται ότι τα δολάριά τους θα υποτιμηθούν από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση.
Ο Τραμπ θα μπορούσε να κάνει αυτό που -δυστυχώς- δεν κατάφερε ο Ρέιγκαν. Και θα το απολάμβανε. Ένα σταθερό δολάριο θα ενίσχυε την παγκόσμια οικονομία όπως τίποτα άλλο και θα έδινε στην προεδρία του Τραμπ πολύ μεγαλύτερο κύρος από ό,τι ένα Νόμπελ Ειρήνης.