Του William Hartung
Οι New York Times δημοσίευσαν άρθρο στο οποίο επιχειρούν να αξιολογήσουν τον αντίκτυπο των κινήσεων Τραμπ για να μειώσει το μέγεθος της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Το συμπέρασμα είναι πως όντως το εργατικό δυναμικό της ομοσπονδιακής κυβέρνησης έχει συρρικνωθεί κατά περίπου 250.000 άτομα ή 10%.
Ωστόσο, οι περικοπές έχουν εφαρμοστεί άνισα και, παρά τις απολύσεις, οι συνολικές δαπάνες δεν έχουν μειωθεί σημαντικά, σύμφωνα με του NYT, που βασίζονται σε ανάλυση των δεδομένων από το Cato Institute:
"Σύμφωνα με τη Romina Boccia, διευθύντρια του τμήματος προϋπολογισμού και πολιτικής δικαιωμάτων στο Cato Institute, τα περισσότερα ομοσπονδιακά κονδύλια διατίθενται στο Medicare και στην Κοινωνική Ασφάλιση, δύο προγράμματα που κανένα πολιτικό κόμμα δεν έχει τη βούληση να αλλάξει ουσιαστικά. Το ίδιο ισχύει και για άλλη μία μεγάλη δαπάνη: την αποπληρωμή τόκων για δάνεια".
Αξιοσημείωτο πως δεν έχει αγγιχτεί ο προϋπολογισμός του Πενταγώνου, ο οποίος θα φτάσει το 1 τρισ. δολάρια για πρώτη φορά στην ιστορία του το 2026, αυξημένος άνω των 100 δισ. δολαρίων σε σύγκριση με την κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου. Υπάρχει περιθώριο για περικοπές στο Υπουργείο, αλλά αυτό θα απαιτούσε αλλαγές κεντρικής πολιτικής - όχι απλώς μικροαλλαγές σε αυτό ή σε εκείνο το πρόγραμμα. Μια πιο συγκρατημένη πολιτική που θα περιορίζει τις παρεμβάσεις στο εξωτερικό –όπως υποσχέθηκε η κυβέρνηση Τραμπ στην προσφάτως δημοσιευμένη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας– θα μπορούσε να εξοικονομήσει εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια την επόμενη δεκαετία, μειώνοντας το δίκτυο των 750 αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στο εξωτερικό, περιορίζοντας τον αριθμό των αεροπλανοφόρων του Πολεμικού Ναυτικού και "σβήνοντας" ανέφικτους στόχους, όπως η αποτελεσματική άμυνα εναντίον κάθε τύπου πυραύλου. Αντιθέτως, η Ουάσινγκτον ενισχύει την προσπάθειά της για την ανάπτυξη του συστήματος αντιπυραυλικής άμυνας Golden Dome, δεσμεύεται για την παραγωγή ένα νέου, ακριβού στην κατασκευή, μαχητικού αεροσκάφους (το F-47) και σχεδιάζει την ανάπτυξη μια νέας γενιάς θωρηκτών, που θα είναι γνωστά ως "Trump Class".
Και έπειτα υπάρχει το λεγόμενο "Δόγμα Ντονρό" για το Δυτικό Ημισφαίριο – μια παραλλαγή του "Δόγματος Μονρό" που πρότεινε πριν από 200 χρόνια ο πρόεδρος Τζέιμς Μονρό. Μέχρι στιγμής, το Δόγμα έχει χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει μια σειρά από κλιμακούμενες επιθέσεις εναντίον της Βενεζουέλας, μιας χώρας που πράγματι έχει μια καταπιεστική κυβέρνηση, αλλά δεν αποτελεί σημαντική απειλή για την ασφάλεια των ΗΠΑ. Στην πραγματικότητα, η κύρια δικαιολογία που προβάλλεται για την επίθεση σε αυτή τη χώρα –με βάση τη διακίνηση ναρκωτικών προς τις Ηνωμένες Πολιτείες– αυτοϋπονομεύεται. Η Βενεζουέλα δεν είναι η μεγαλύτερη οδός διακίνησης ναρκωτικών προς τις ΗΠΑ και έχει ελάχιστη συμμετοχή στη διακίνηση του πιο θανατηφόρου εισαγόμενου ναρκωτικού, της φεντανύλης. Το έγγραφο του Τραμπ δεσμευόταν να χρησιμοποιήσει βία μόνο για την υπεράσπιση των "βασικών συμφερόντων" των ΗΠΑ. Οι επιθέσεις κατά της Βενεζουέλας δεν συνάδουν με αυτήν τη λογική.
Στο μεταξύ, το κομμάτι του προϋπολογισμού που αφορά τους πολίτες έχει ζημιωθεί σημαντικά. Η διάλυση του κύριου καναλιού παροχής εξωτερικής οικονομικής και ανθρωπιστικής βοήθειας, της Υπηρεσίας Διεθνούς Ανάπτυξης (AID), έχει αφήσει εκατοντάδες χιλιάδες αποδέκτες της αμερικανικής βοήθειας σε όλο τον κόσμο χωρίς πρόσβαση σε προγράμματα που σώζουν ζωές και παρέχουν τροφή, πόσιμο νερό και υπηρεσίες δημόσιας υγείας. Έχει επίσης στερήσει από την Αμερική μια σημαντική πηγή επιρροής στον υπόλοιπο κόσμο. Το άρθρο των NYT παραθέτει δηλώσεις ενός αγρότη από τη βόρεια Νέα Υόρκη, ο οποίος λέει ότι, από τη στιγμή που το προσωπικό του Υπουργείου Γεωργίας μειώθηκε κατά 20%, δεν μπορεί καν να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με το τοπικό γραφείο για να μάθει την κατάσταση των προγραμμάτων βοήθειας που λάμβανε τακτικά στο παρελθόν, με αποτέλεσμα, όπως υποστηρίζει ο ίδιος, "να δούμε φέτος τεράστιο αριθμό αγροκτημάτων να κλείνουν". Επιπλέον, ένα πρόγραμμα του Υπουργείου Γεωργίας για την παρακολούθηση των τροφιμογενών ασθενειών έχει περικοπεί, όπως και οι βασικές υπηρεσίες που είναι υπεύθυνες για την προστασία του κοινού, από τα Κέντρα Ελέγχου Ασθενειών έως την Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος, μονάδες των οποίων ο συνολικός ετήσιος προϋπολογισμός είναι μικρότερος από τα χρήματα που ξοδεύει κάθε χρόνο το Πεντάγωνο για το δυσλειτουργικό πρόγραμμα των F-35.
Ο διευθυντής προϋπολογισμού του Λευκού Οίκου, Ράσελ Βοτ, υποστηρίζει ότι όλες οι περικοπές στο εργατικό δυναμικό είναι δικαιολογημένες, επειδή "οι υπηρεσίες έγιναν εργαλείο της αριστεράς". "Υπό την προεδρία του Τραμπ, αυτές οι μέρες έχουν τελειώσει", είπε χαρακτηριστικά τον Ιούνιο.
Ο Νίκολας Κρίστοφ έχει αντιταχθεί στον τρόπο σκέψης που υποστηρίζει ο Βοτ, αναγνωρίζοντας την ανάγκη για μεταρρύθμιση, αλλά χωρις να καταστραφούν οι ζωτικής σημασίας υπηρεσίες:
"Είναι αλήθεια ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες κοινωνικής στήριξης χρειάζονταν μεταρρυθμίσεις. Δαπανήθηκαν πάρα πολλά χρήματα για προγράμματα με ασαφή αποτελέσματα. Ωστόσο, είναι τρομακτική η άποψη της κυβέρνησης Τραμπ πως η αμερικανική Υπηρεσία Διεθνούς Ανάπτυξης υπό την ηγεσία "ριζοσπαστικών παρανοϊκών" είναι απλώς μια σπατάλη. Μέχρι το 2025, η αμερικανική βοήθεια ανερχόταν σε μόλις 22 σεντς για κάθε 100 δολάρια ΑΕΠ, ενώ έσωζε μια ζωή ανά 10 δευτερόλεπτα. Μπορεί κάποια άλλη κυβερνητική υπηρεσία να περηφανευθεί ότι είχε πιο εντυπωσιακές επιδόσεις;"
Θα μπορούσε να ισχύει ότι η εξασφάλιση επαρκούς σίτισης για ανθρώπους, η πρόληψη της εξάπλωσης ασθενειών ή η ανάληψη ενός εποικοδομητικού ρόλου -από πλευράς ΗΠΑ- σε παγκόσμιο επίπεδο μέσω προγραμμάτων ανθρωπιστικής βοήθειας ενδιαφέρουν μόνο "την αριστερά"; Θα το διαπιστώσουμε το 2026, όταν οι περικοπές που εγκρίθηκαν φέτος αρχίσουν να εφαρμόζονται, επηρεάζοντας πολιτείες και πολίτες, ανεξάρτητα από το αν είναι Ρεπουμπλικανοί ή Δημοκρατικοί.