Του Vikram Mittal
Η στρατιωτική ιστορία μας έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει για τις υλικοτεχνικές (logistics) προκλήσεις της διεξαγωγής μεγάλης κλίμακας επιθετικών επιχειρήσεων στην Ανατολική Ευρώπη κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ένα πάθημα που έγινε μάθημα με μεγάλο κόστος. Η Ρωσία σήμερα φαίνεται έτοιμη να επαναλάβει το ίδιο λάθος, έχοντας διατάξει την αποστολή ενισχύσεων στην Ουκρανία ως μέρος μιας μεγάλης χειμερινής επίθεσης. Στο μεταξύ, η Ουκρανία έχει στοχεύσει σκόπιμα τις ρωσικές γραμμές εφοδιασμού και logistics, περιπλέκοντας περαιτέρω την ικανότητα της Μόσχας να διατηρήσει τη μεγάλη επιχείρησή της. Αν και η αύξηση των ρωσικών στρατευμάτων μπορεί να αποφέρει κάποια βραχυπρόθεσμα οφέλη, χωρίς επαρκή ανεφοδιασμό, αυτά τα οφέλη θα είναι δαπανηρά και είναι απίθανο να διατηρηθούν με την πάροδο του χρόνου.
Η Ρωσία στέλνει περισσότερα στρατεύματα στον ουκρανικό χειμώνα
Ο Ολεξάντρ Σίρσκι, αρχηγός των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων, δήλωσε σε συνεδρίαση της Ομάδας Επαφής για την Άμυνα στην Ουκρανία τον Δεκέμβριο ότι οι ρωσικές δυνάμεις έχουν αυξηθεί σε περίπου 710.000 στρατιώτες στο πλαίσιο της νέας επιχείρησης της Μόσχας. Ο αριθμός αυτός επιβεβαιώθηκε αργότερα από τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν στην ετήσια ομιλία του στο τέλος του έτους. Αν και ο αριθμός αυτός φαίνεται υψηλός σε σύγκριση με την αρχική δύναμη εισβολής της Ρωσίας, που αριθμούσε περίπου 150.000 στρατιώτες, το Council on Foreign Relations και άλλα ιδρύματα εκτίμησαν νωρίτερα φέτος ότι το μέγεθος της ρωσικής δύναμης στην Ουκρανία ανέρχεται σε 600.000 στρατιώτες. Δεδομένης της κλίμακας της τρέχουσας επιθετικής επιχείρησης της Ρωσίας και των πρόσφατων προσπαθειών στρατολόγησης, μια αύξηση των στρατευμάτων κατά περίπου 20% ακούγεται ρεαλιστική.
Εκ πρώτης όψεως, αυτή η αύξηση στρατευμάτων είναι λογική. Κατά μήκος του μετώπου, η ρωσική πρόοδος είτε έχει φτάσει σε αδιέξοδο είτε περιορίζεται σε οριακά κέρδη. Για παράδειγμα, στο Ποκρόβσκ, η Ρωσία προσπαθεί εδώ και 17 μήνες να καταλάβει την πόλη, αλλά η Ουκρανία εξακολουθεί να ελέγχει σημαντικά τμήματα αυτής. Ομοίως, οι μάχες συνεχίζονται στο Τσάσιβ Γιαρ, παρά τις ρωσικές δηλώσεις τον Ιούλιο του 2024 ότι κατέχουν την πόλη. Εν τω μεταξύ, η Ουκρανία φέρεται να έχει ενισχύσει εκτενώς τις αμυντικές της γραμμές με αντιαρματικά χαρακώματα, τσιμεντένια εμπόδια, συρματοπλέγματα και άλλα εμπόδια, επιπλέον των ναρκοπεδίων και των ποταμών που έχουν ήδη περιορίσει τις κινήσεις των Ρώσων. Η αύξηση των στρατευμάτων έχει τη δυνατότητα να επιτρέψει στη Ρωσία να καταλάβει τελικά αυτές τις σημαντικές πόλεις και ενδεχομένως να διαπεράσει τις αμυντικές γραμμές της Ουκρανίας.
Ωστόσο, η υλοποίηση μιας τόσο μεγάλης επέκτασης των δυνάμεών της κατά τη διάρκεια του χειμώνα στην Ανατολική Ευρώπη ενέχει τον κίνδυνο σημαντικών δευτερογενών επιπτώσεων. Οι παρατεταμένες επιθετικές επιχειρήσεις απαιτούν συνεχή ροή εφοδιασμού προς το μέτωπο. Οι ακραίες καιρικές συνθήκες επιβαρύνουν επιπλέον τα δίκτυα μεταφορών, την κατανάλωση καυσίμων, τη συντήρηση και τη διατήρηση των στρατευμάτων. Οι στρατιώτες στην πρώτη γραμμή σε αυτό το κρύο χρειάζονται αυξημένη αναπλήρωση προμηθειών, ειδικά καυσίμων, ενώ η ικανότητα παράδοσης αυτών των προμηθειών περιορίζεται από τις σκληρές καιρικές συνθήκες. Αν και η αύξηση των στρατευμάτων μπορεί να προσφέρει στη Ρωσία ορισμένα βραχυπρόθεσμα τακτικά οφέλη, με την πάροδο του χρόνου θα επιβαρύνει περαιτέρω το ήδη υπερφορτωμένο δίκτυο µεταφορών και εφοδιαστικής.
Η εκστρατεία της Ουκρανίας κατά της ρωσικής εφοδιαστικής αλυσίδας
Αυτές οι εφοδιαστικές προκλήσεις επιδεινώνονται περαιτέρω από τη στρατηγική της Ουκρανίας να στοχεύει συστηματικά τα ρωσικά δίκτυα ανεφοδιασμού και την εφοδιαστική της αλυσίδα. Σε τακτικό επίπεδο, τα ουκρανικά drones έχουν δημιουργήσει "kill zones" που περιπολούνται από βομβαρδιστικά drones που αναζητούν ενεργά ρωσικούς στόχους. Τα οχήματα ανεφοδιασμού είναι ιδιαίτερα ευάλωτα, καθώς γενικά δεν διαθέτουν θωράκιση, περιορίζονται σε προβλέψιμα οδικά δίκτυα με ελάχιστη κάλυψη και συχνά μεταφέρουν εξαιρετικά εύφλεκτα φορτία, όπως καύσιμα και πυρομαχικά.
Σε στρατηγικό επίπεδο, η Ουκρανία χρησιμοποιεί drones μακράς εμβέλειας για να χτυπά αμαξοστάσια και εγκαταστάσεις αποθήκευσης καυσίμων στην Κριμαία και τη Ρωσία, εμποδίζοντας την προμήθεια των ρωσικών γραμμών. Επίσης, πραγματοποιεί επιθέσεις με drones βαθιά μέσα στη Ρωσία εναντίον εγκαταστάσεων της αμυντικής της βιομηχανίας, ιδίως εκείνων που υποστηρίζουν την παραγωγή drones και τις δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου. Αυτές οι επιθέσεις είναι γενικά επιτυχημένες, με την συχνότητα και την έντασή τους να αυξάνεται τους τελευταίους μήνες.
Η αποτελεσματικότητα αυτής της προσέγγισης αποδείχθηκε κατά την επιτυχή ανακατάληψη του Κουτσέριβ Γιαρ από την Ουκρανία. Αφού οι ρωσικές δυνάμεις εγκατέστησαν μια βάση στην πόλη, τα ουκρανικά drones απομόνωσαν τη μονάδα κατοχής από τον ανεφοδιασμό και τις ενισχύσεις. Το ρωσικό απόσπασμα αναγκάστηκε να υιοθετήσει μια στατική αμυντική στρατηγική και τελικά παραδόθηκε, επιτρέποντας στις ουκρανικές δυνάμεις να ανακαταλάβουν πλήρως την πόλη. Σε άλλα σημεία του μετώπου, Ρώσοι στρατιώτες έχουν παραπονεθεί για παρόμοιες ελλείψεις εξοπλισμού και γενική αδυναμία ανεφοδιασμού, υποδηλώνοντας ότι το Κουτσέριβ Γιαρ δεν είναι μεμονωμένη περίπτωση, αλλά μέρος μιας ευρύτερης κατάρρευσης της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Αυτή η επιτυχία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ικανότητα της Ουκρανίας να αναπτύξει, να θέσει σε λειτουργία και να αναβαθμίσει γρήγορα προηγμένα συστήματα drones που παραμένουν μπροστά από τα ρωσικά συστήματα αντι-drones. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ουκρανία έχει επωφεληθεί από τον προπολεμικό τεχνολογικό της κλάδο, ο οποίος κατάφερε να ενσωματώσει γρήγορα νέες δυνατότητες στο σχεδιασμό των drones. Αυτή η προσπάθεια ενισχύθηκε από την πρόσβαση σε προηγμένα τσιπ και ηλεκτρονικά εξαρτήματα από χώρες του ΝΑΤΟ, επιτρέποντας μεγαλύτερη επεξεργασία, αυτονομία και αντοχή σε ηλεκτρονικές επιθέσεις.
Οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της αύξησης των ρωσικών στρατευμάτων
Σε έναν πόλεμο εξάντλησης, η αύξηση του αριθμού των ρωσικών στρατευμάτων, ιδίως ενώ η Ουκρανία αντιμετωπίζει προβλήματα στρατολόγησης, θα έπρεπε μαθηματικά και μόνο να ευνοεί την ρωσική επίθεση. Στην πράξη, ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο περίπλοκη. Αυτά τα πλεονεκτήματα υλοποιούνται μόνο εάν οι νεοσύλλεκτοι στρατιώτες είναι εξίσου αποτελεσματικοί στη μάχη με τις υπάρχουσες μονάδες, κάτι που είναι απίθανο δεδομένου του ρυθμού της ρωσικής στρατολόγησης. Ακόμη, αυτή η αύξηση των στρατευμάτων ασκεί επιπλέον πίεση στις αλυσίδες εφοδιασμού και logistics, μειώνοντας την αποτελεσματικότητα τους στις μάχες σε όλο το μέτωπο, ειδικά κατά τη διάρκεια του χειμώνα, όταν τα στρατεύματα εξαρτώνται όλο και περισσότερο από τον ανεφοδιασμό. Υπό αυτές τις συνθήκες, η αύξηση των στρατευμάτων έχει τη δυνατότητα να ευνοήσει την Ουκρανία και όχι τη Ρωσία.
Επιπλέον, η μεγαλύτερη συγκέντρωση ρωσικών στρατευμάτων δημιουργεί περισσότερους στόχους για τα drones και το πυροβολικό της Ουκρανίας, συμβάλλοντας στην αύξηση των ρωσικών απωλειών. Καθώς αυτές οι απώλειες συσσωρεύονται, οι ρωσικές μονάδες θα αντιμετωπίζουν όλο και μεγαλύτερες δυσκολίες στη διατήρηση της αποτελεσματικότητας τους σε τακτικό επίπεδο. Παράλληλα, αυτές οι απώλειες αποδυναμώνουν περαιτέρω το ηθικό και αυξάνουν την εσωτερική πίεση στη Ρωσία να επιδιώξει το τέλος του πολέμου.
Ωστόσο, αυτά τα πιθανά πλεονεκτήματα της Ουκρανίας εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη διατήρηση του τεχνολογικού πλεονεκτήματος στον πόλεμο των drones. Η Ρωσία κατάφερε πρόσφατα να σημειώσει περιορισμένα κέρδη, όταν η ομίχλη και οι κακές καιρικές συνθήκες ακινητοποίησαν πολλά ουκρανικά FPV drones, μέχρι που η Ουκρανία προσαρμόσε τα συστήματα και τις τακτικές της για να λειτουργούν υπό αυτές τις συνθήκες. Εάν η Ουκρανία χάσει το πλεονέκτημά της στα drones, η Μόσχα μπορεί ακόμη να επιτύχει ορισμένους από τους στόχους της με την τρέχουσα αύξηση των στρατευμάτων.
Συνολικά, η χειμερινή αύξηση των στρατευμάτων της Ρωσίας μπορεί να αποφέρει κάποια αρχικά κέρδη, καθώς οι ουκρανικές δυνάμεις προσαρμόζουν την άμυνά τους στις μεγαλύτερες επιθέσεις. Ωστόσο, οι προωθούμενες μονάδες κινδυνεύουν να βρεθούν σε καταστάσεις παρόμοιες με αυτές στο Κουτσέριβ Γιαρ, δεν θα μπορούν να κρατήσουν τα εδάφη που κατέλαβαν, λόγω της αναξιόπιστης ανεφοδιαστικής αλυσίδας. Μακροπρόθεσμα, η Μόσχα φαίνεται να επαναλαμβάνει το λάθος του Ναπολέοντα, ξεκινώντας μια μη βιώσιμη επίθεση κατά τη διάρκεια του χειμώνα στην Ανατολική Ευρώπη. Η αύξηση των στρατευμάτων είναι απίθανο να αποφέρει τα διαρκή αποτελέσματα που επιδιώκει η Ρωσία και, αντίθετα, κινδυνεύει της προκαλέσει να σημαντικό κόστος.