Το THEON Group και το EFA Group έχουν εδραιώσει τη θέση τους στην αιχµή της παγκόσµιας αµυντικής και τεχνολογικής βιοµηχανίας, µε ισχυρή διεθνή παρουσία, στρατηγικές εξαγορές και επενδύσεις σε ανθρώπινο δυναµικό και καινοτοµία.
Η THEON, που ξεκίνησε από την Ελλάδα το 1997, ηγείται στα ηλεκτροοπτικά συστήµατα νυχτερινής όρασης και θερµικής απεικόνισης, µε θυγατρικές και παραγωγικές εγκαταστάσεις σε Ελλάδα, Κύπρο, Γερµανία, Βαλτική, Ηνωµένες Πολιτείες, χώρες του Κόλπου, Ελβετία, Δανία, Βέλγιο, Σιγκαπούρη και Ν. Κορέα.
Η THEON International, εισηγµένη στο Euronext του Άµστερνταµ από το 2024, ξεκινά το 2026 µε ανεκτέλεστο υπόλοιπο περίπου 2,4 δισ. ευρώ, υπερδιπλάσιο σε σχέση µε το τέλος του 2024, έπειτα από µια χρονιά-ορόσηµο κατά την οποία κατέγραψε νέες παραγγελίες που ξεπέρασαν κατά τριπλάσιο ποσοστό τις αρχικές προβλέψεις για τα έσοδα, mega deal µε τον Occar ύψους 1 δισ. ευρώ, σηµαντικές επενδύσεις και εξαγορές. Παράλληλα, το EFA Group, µε πάνω από 250 στελέχη, δραστηριοποιείται στους τοµείς Αεροδιαστηµικής, Ασφάλειας, Άµυνας και Βιοµηχανικών Συνεργασιών σε 40 χώρες µέσω 6 διεθνών γραφείων. Το EFA Group ανακοίνωσε µέσα στο 2025 την αύξηση µετοχικού κεφαλαίου ύψους 80 εκατ. ευρώ µέσω της εισόδου δύο στρατηγικών επενδυτών, της Motor Oil και της EOS Capital Partners.
Ο ιδρυτής των THEON και EFA Group, Κρίστιαν Χατζηµηνάς, µιλάει στο "Forbes" για την πορεία των δύο οµίλων, τις στρατηγικές τους επενδύσεις και τα επόµενα βήµατα ανάπτυξης, καθώς και για τις παγκόσµιες προοπτικές της αµυντικής βιοµηχανίας και τον ρόλο που µπορεί να διαδραµατίσει η Ελλάδα.
Συνέντευξη στην Ελευθερία Πιπεροπούλου
Βρισκόµαστε σε µια περίοδο κατά την οποία η THEON και το EFA Group καταγράφουν διαδοχικά σηµαντικά ορόσηµα. Κοιτώντας συνολικά τη διαδροµή σας από το ξεκίνηµα έως σήµερα, ποια θεωρείτε ότι ήταν τα κοµβικά βήµατα και οι επιλογές που επέτρεψαν σε δύο οµίλους µε ελληνική αφετηρία να αποκτήσουν διεθνή παρουσία και να ανταγωνιστούν ισχυρούς αµερικανικούς και ευρωπαϊκούς παίκτες;
Η βασική διαφορά είναι οι Έλληνες και οι Ελληνίδες µηχανικοί. Πρόκειται για ανθρώπους που είναι πραγµατικά value for money – αρκεί να υπάρχει σωστή διαχείριση, προοπτική και κατεύθυνση.
Το δεύτερο κρίσιµο στοιχείο αφορά τις δυσκολίες που αντιµετωπίσαµε, όπως και πολλές άλλες ελληνικές εταιρείες, τόσο κατά τη διάρκεια της κρίσης όσο και, κυρίως για τον αµυντικό τοµέα, πριν από αυτήν, όταν οι εξοπλισµοί είχαν ουσιαστικά σταµατήσει. Αυτή η περίοδος µας έκανε πιο ανθεκτικούς. Μάθαµε να ζούµε χωρίς χρηµατοδότηση και καταλάβαµε ότι, για να επιβιώσουµε, έπρεπε οπωσδήποτε να κερδίζουµε διαγωνισµούς, κυρίως στο εξωτερικό.
Μάθαµε επίσης πώς να κάνουµε το προϊόν µας πιο ανταγωνιστικό σε κόστος και τι είναι πραγµατικά ουσιαστικό, όπως η οικοδόµηση loyalty µε τον πελάτη. Ξεκινήσαµε ως εταιρεία συµβούλων σε αντισταθµιστικά, εποµένως γνωρίζαµε πολύ καλά τι χρειάζεται σε κάθε χώρα για να κερδίσεις την εµπιστοσύνη της. Αυτό συνδέεται µε τη µεταφορά τεχνογνωσίας, τη δηµιουργία τοπικής παραγωγής και πρακτικές που δίνουν στη χώρα που παραγγέλνει την αίσθηση ότι "παίρνει κάτι πίσω". Όλα αυτά τα µαθήµατα, πριν και µετά την ελληνική κρίση, αποδείχθηκαν εξαιρετικά σηµαντικά.
Ακόµα ένα στοιχείο ήταν οι διεθνείς καταβολές των στελεχών µας. Πολλοί από εµάς προερχόµασταν από το εξωτερικό. Προσωπικά είµαι Έλληνας του εξωτερικού και έχω µάθει να κινούµαι µε άνεση σε διεθνή περιβάλλοντα.
Τέλος, όσο κι αν λέµε ότι "business is business", οι επιχειρήσεις γίνονται πάντα από ανθρώπους. Η ανθρωπιά και η γνησιότητα στις συναλλαγές µας, η φροντίδα για τους ανθρώπους µας και η θετική ατµόσφαιρα στα γραφεία µας µεταδίδονται στους πελάτες και στους διεθνείς συνεργάτες, ενισχύοντας τη µακροχρόνια εµπιστοσύνη και συνεργασία.

Η ανάπτυξη αυτή συµπίπτει µε µια περίοδο ριζικών αλλαγών στην ευρωπαϊκή αµυντική πολιτική. Πόσο καθοριστική υπήρξε η συγκυρία;
Ήταν καθοριστική, χωρίς καµία αµφιβολία. Ωστόσο, αν δεν έχεις χτίσει ένα γερό "σκαρί", οι ούριοι άνεµοι δεν βοηθούν. Εµείς είχαµε προετοιµαστεί και, όταν ήρθαν οι ευνοϊκές συνθήκες, µπορέσαµε να τις αξιοποιήσουµε πλήρως και να ωφεληθούµε στον µέγιστο δυνατό βαθµό.
Πώς έκλεισε το 2025 για τη THEON και το EFA Group, τόσο σε επιχειρησιακό όσο και σε οικονοµικό επίπεδο, και ποιες είναι οι προσδοκίες σας για το 2026;
Η THEON έκλεισε µε κύκλο εργασιών πάνω από 430 εκατ. ευρώ, ενώ µαζί µε το EFA Group ο συνολικός τζίρος ξεπερνά τα 520 εκατ. ευρώ. Για το 2026 αναµένουµε περίπου 700 εκατ. ευρώ, κυρίως από ήδη κλεισµένες συµφωνίες. Η THEON στοχεύει στο 1 δισ. ευρώ – στόχο που αρχικά είχαµε θέσει για το 2030, αλλά είναι πιθανό να τον πετύχουµε ήδη από το 2029.
Η THEON και το EFA Group είναι δύο εντελώς ξεχωριστοί όµιλοι. Η THEON ηγείται στα ηλεκτροοπτικά και στα man-portable συστήµατα, ενώ το EFA Group δραστηριοποιείται σε ηλεκτρονικά, λογισµικό, drones, ηλεκτρονικό πόλεµο και δορυφόρους. Η γκάµα των προϊόντων και των δυνατοτήτων του EFA Group είναι τόσο µεγάλη που πιστεύω πως, από το επόµενο έτος και µόλις ολοκληρωθούν οι εξαγορές του, η ανάπτυξή του θα είναι κάτι παραπάνω από ραγδαία.
Η σύµβαση µε τον OCCAR για 100.000 συστήµατα νυχτερινής όρασης, συνολικής αξίας περίπου 1 δισ. ευρώ, αποτελεί ορόσηµο για τη THEON. Τι σηµατοδοτεί αυτή η συµφωνία τόσο για την εταιρεία όσο και για τη θέση της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό αµυντικό χάρτη;
Η συγκεκριµένη συµφωνία φέρνει πολλαπλά και ιδιαίτερα σηµαντικά οφέλη. Πρώτα απ’ όλα, µας προσφέρει ορατότητα για την πορεία µας τα επόµενα χρόνια. Πρόκειται για µια σύµβαση από την οποία οι µεγάλες παραδόσεις θα ξεκινήσουν από το 2027 και µετά, κάτι που ουσιαστικά "γεµίζει" το εργοστάσιο και δίνει στους επενδυτές που έχουν τοποθετηθεί στην εταιρεία ένα πολύ ισχυρό αίσθηµα ασφάλειας.
Παράλληλα, στέλνει ένα πολύ ισχυρό µήνυµα προς την αγορά. Πρόκειται, κατά πάσα πιθανότητα, για τη µεγαλύτερη παραγγελία ηλεκτροοπτικών συστηµάτων για στρατιώτες που έχει γίνει ποτέ παγκοσµίως. Επιπλέον, επιβεβαιώνει ότι η THEON, εδώ και πολλά χρόνια, έχει καθιερωθεί ως αναπόσπαστο µέρος της ευρωπαϊκής αµυντικής βιοµηχανίας.
Και θέλω να τονίσω ότι η φιλοσοφία µας δεν είναι απλώς να είµαστε πρώτοι στα ηλεκτροοπτικά. Στόχος µας είναι να εξελιχθούµε σε µια ευρωπαϊκή prime defence εταιρεία, χωρίς να έχουµε τίποτα να ζηλέψουµε από εταιρείες πολύ µεγαλύτερες από εµάς, είτε σε market cap είτε σε όγκο δραστηριότητας. Σήµερα η THEON αποτιµάται περίπου στα 2,7 δισ. ευρώ, ενώ υπάρχουν εταιρείες στον χώρο µε αποτιµήσεις 8 ή 10 δισ. ευρώ. Η φιλοδοξία µας δεν είναι να παραµείνουµε µόνο στα ηλεκτροοπτικά, αλλά να εξελιχθούµε σε µια πολύ µεγάλη εταιρεία άµυνας, αντίστοιχη µε εκείνες που εδρεύουν σε χώρες µε µεγάλους αµυντικούς προϋπολογισµούς, όπως η Γερµανία.
Θα έλεγα επίσης ότι σε αυτή την περίπτωση το "ακατόρθωτο" έγινε κατορθωτό. Πιστεύω ότι, πέρα από τη δική µας οµάδα, δώσαµε ώθηση και στο ηθικό άλλων ελληνικών εταιρειών που θέλουν να κάνουν µεγάλα βήµατα. Υπάρχουν αρκετές τέτοιες εταιρείες, παρά τις παθογένειες του παρελθόντος. Σε κάθε περίπτωση, όσον αφορά τη THEON και το EFA Group, χτίζουµε ένα υγιές οικοσύστηµα –βιοµηχανικό και υψηλής τεχνολογίας–, κάτι που θεωρώ εξαιρετικά σηµαντικό.
Γι’ αυτό και, ως πρόεδρος και της Ελληνικής Ένωσης Επιχειρηµατιών (ΕΕΝΕ), επαναλαµβάνω διαρκώς τη σηµασία της βιοµηχανοποίησης και την ανάγκη αύξησης του ποσοστού της µεταποίησης στο ΑΕΠ. Από τη δική µας πλευρά, εάν φτάσουµε τον στόχο του 1 δισ. ευρώ σε κύκλο εργασιών, αυτό από µόνο του θα αντιστοιχεί περίπου στο 0,5% του ελληνικού ΑΕΠ. Και αυτό είναι εξαιρετικά σηµαντικό, γιατί δεν αφορά απλώς βιοµηχανία, αλλά βιοµηχανία υψηλής τεχνολογίας.

Η είσοδος της Motor Oil και της EOS Capital Partners στο µετοχικό κεφάλαιο του EFA Group αλλάζει τους όρους του παιχνιδιού για τον όµιλο. Ποιοι ήταν οι βασικοί λόγοι πίσω από αυτή την επιλογή και πώς αναµένετε να επηρεάσει την αναπτυξιακή του πορεία;
Κατ’ αρχάς, είχαµε ήδη µια πολύ θετική εµπειρία από την είσοδο θεσµικών επενδυτών στη THEON µέσω του χρηµατιστηρίου. Ήταν µια διαδικασία που µας έµαθε πολλά: µας έδωσε διαφορετικού τύπου πειθαρχία, µεγαλύτερη διαφάνεια και, τελικά, µόνο θετικά αποτελέσµατα.
Στο EFA Group, που είναι µικρότερο σε µέγεθος και διαθέτει ποσοστό 20%-25% σε ελληνικά projects, η παρουσία θεσµικών επενδυτών ήταν εξαιρετικά κρίσιµη. Θεωρώ σηµαντικό αυτός ο τοµέας να ιδωθεί για αυτό που πραγµατικά είναι: όχι κάτι περίεργο ή εξωτικό, ούτε ανήθικο, αλλά µια δραστηριότητα υψηλής τεχνολογίας.
Έχει πλέον διαµορφωθεί ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον µείγµα. Από τη µία, ο αµυντικός τοµέας αξιοποιεί όλο και περισσότερο τεχνολογίες του πολιτικού τοµέα, για να µειώσει το κόστος του. Από την άλλη, πιστεύω ότι οι µεγάλες αµυντικές προµήθειες που θα δούµε τα επόµενα χρόνια στην Ευρώπη θα οδηγήσουν σε µια τεχνολογική επανάσταση: τεχνολογίες που αναπτύσσονται στον αµυντικό τοµέα θα περνούν πλέον και στον πολιτικό τοµέα.
Αυτό θα έχει θετική επίδραση στο ΑΕΠ των χωρών. Αν και εκ πρώτης όψεως οι αυξηµένες αµυντικές δαπάνες φαίνονται επιβαρυντικές για τους Προϋπολογισµούς, στο τέλος της ηµέρας µεγάλο µέρος αυτής της επένδυσης επιστρέφει –και µάλιστα ποιοτικά– στον πολιτικό τοµέα, µε πολλαπλά οφέλη σε βάθος χρόνου.
Χαρακτηριστικό παράδειγµα είναι η γερµανική αυτοκινητοβιοµηχανία. Όταν άρχισε να αντιµετωπίζει σοβαρά προβλήµατα λόγω του ανταγωνισµού από την Κίνα, έγινε ανακατανοµή πόρων και ένα σηµαντικό µέρος του γερµανικού Προϋπολογισµού κατευθύνθηκε στις αµυντικές δαπάνες. Αυτό έδωσε τη δυνατότητα στις γερµανικές αµυντικές βιοµηχανίες να απορροφήσουν το παραγωγικό κενό που δηµιουργήθηκε στον κλάδο του αυτοκινήτου: προσέλαβαν προσωπικό από τις αυτοκινητοβιοµηχανίες και αγόρασαν εργοστάσια. Έτσι, όλη αυτή η γνώση πέρασε στον αµυντικό τοµέα, συµβάλλοντας τόσο στη µείωση του κόστους όσο και στην περαιτέρω εξέλιξη των τεχνολογιών.
Παρατηρείται τα τελευταία χρόνια µια σαφής µεταστροφή στη στάση απέναντι στις επενδύσεις στην άµυνα, καθώς φαίνεται να υποχωρεί ένα διαχρονικό ταµπού. Πιστεύετε ότι αυτή η αλλαγή θα έχει οφέλη και για άλλους τοµείς της οικονοµίας, όχι µόνο βραχυπρόθεσµα, αλλά και σε βάθος χρόνου;
Ακριβώς αυτό συµβαίνει. Και πλέον το έχουν αντιληφθεί οι περισσότερες κυβερνήσεις. Κάθε βιοµηχανία και κάθε τοµέας µπορούν να συνεισφέρουν ουσιαστικά σε µια οικονοµία, αλλά το πιο κρίσιµο σηµείο εκκίνησης είναι η απενοχοποίηση ενός τοµέα.
Όπως συνέβη στον τουρισµό, έτσι και στην αµυντική βιοµηχανία, η αλλαγή στάσης οδηγεί σε καλύτερα αποτελέσµατα. Στη χώρα µας, οτιδήποτε σχετιζόταν στο παρελθόν µε την άµυνα, καλώς ή κακώς, συνδεόταν συχνά αυτόµατα µε την έννοια του "σκανδάλου". Θυµάµαι ότι, όταν κάναµε τις πρώτες µας επενδύσεις στην αµυντική βιοµηχανία, σχεδόν ντρεπόµασταν να πούµε ότι δραστηριοποιούµαστε στον κλάδο.
Σήµερα όλα αυτά έχουν αλλάξει. Και αυτό οφείλεται τόσο στην απενοχοποίηση του κλάδου όσο και στην ευρύτερη αναγνώριση ότι η έρευνα και η τεχνολογία προχωρούν ταχύτερα σε πιεστικά περιβάλλοντα, όπως φαίνεται και στην περίπτωση της Ουκρανίας.

Ποιες επενδυτικές πρωτοβουλίες σχεδιάζετε τα επόµενα χρόνια, ώστε οι δύο όµιλοι να παραµείνουν στην αιχµή της τεχνολογίας;
Μόνο το 2025 επενδύσαµε περίπου 400 εκατ. ευρώ στη THEON και 20 εκατ. ευρώ στο EFA Group. Για φέτος οι προγραµµατισµένες επενδύσεις ανέρχονται τουλάχιστον σε 200 εκατ. ευρώ για τη THEON και σε περίπου 100 εκατ. ευρώ για το EFA Group.
Στο πλαίσιο αυτό, έχει ήδη ξεκινήσει η κατασκευή του τρίτου εργοστασίου της THEON στο Κορωπί. Παράλληλα, το EFA Group προγραµµατίζει να εγκαινιάσει εντός του 2026 το "EFA GROUP Antikythera Tech Campus", ένα υπερσύγχρονο εργοστασιακό συγκρότηµα στο Κορωπί που ήδη λειτουργεί πλήρως, ενώ θα ακολουθήσουν και άλλες επενδύσεις στην Ελλάδα.
Οι εξαγορές και οι διεθνείς συνεργασίες αποτελούν βασικό άξονα της στρατηγικής σας. Πώς συµβάλλουν –σε συνδυασµό µε τις επενδύσεις σε ανθρώπινο δυναµικό– στη µακροπρόθεσµη ανθεκτικότητα της THEON και του EFA Group;
Στη THEON, προχωρήσαµε σε µια ιδιαίτερα σηµαντική επένδυση, ύψους περίπου 270 εκατ. ευρώ, για την εξαγορά περίπου 9,8% της Exosens S.A., του βασικού µας προµηθευτή λυχνιών, µε στόχο τη θωράκιση της εφοδιαστικής µας αλυσίδας. Παράλληλα, οι εξαγορές που πραγµατοποιούµε αφορούν εταιρείες που προσθέτουν νέες δυνατότητες και προϊόντα, κυρίως στον τοµέα των ηλεκτροοπτικών και των πλατφορµών. Μέσα στο πρώτο ή δεύτερο τρίµηνο αναµένουµε να ανακοινώσουµε ακόµα δύο ή τρεις εξαγορές.
Στο EFA Group, οι πρωτοβουλίες είναι πιο τακτικές και συνεχείς. Εκτιµώ ότι κάθε δύο µε τρεις µήνες θα ανακοινώνεται µια νέα κίνηση, ενώ η βασική µας επένδυση αφορά το ανθρώπινο δυναµικό και τις υποδοµές. Ήδη απασχολούµε περίπου 20 κορυφαία στελέχη στον τοµέα της τεχνητής νοηµοσύνης, που αναπτύσσουν λύσεις AI για όλα µας τα προϊόντα, ενώ παράλληλα έχουµε συγκροτήσει εξειδικευµένες οµάδες σε τοµείς όπως ο ηλεκτρονικός πόλεµος, οι δορυφόροι και τα ηλεκτρονικά.
Εδώ πρέπει να αναγνωρίσω ότι η µείωση της φορολογίας κατά 50% για τους επαναπατριζόµενους αποτέλεσε καθοριστικό εργαλείο, καθώς µας έδωσε τη δυνατότητα να προσφέρουµε ανταγωνιστικούς µισθούς και να φέρουµε πίσω στη χώρα στελέχη µε διεθνή εµπειρία και νέες ιδέες. Παράλληλα, τα φορολογικά κίνητρα που προώθησε η κυβέρνηση για τις επενδύσεις στον αµυντικό τοµέα ενισχύουν την ανάπτυξη και δηµιουργούν ένα ευνοϊκό περιβάλλον για επιχειρηµατική δράση.
Ωστόσο, το µεγάλο στοίχηµα παραµένει η επανεκπαίδευση του ανθρώπινου δυναµικού, όχι µόνο αυτών που δεν διαθέτουν δεξιότητες, αλλά και όσων θέλουν να περάσουν στο επόµενο επίπεδο. Πηγαίνουµε καλά, µάλιστα καλύτερα από πολλές άλλες χώρες, και η κυβέρνηση έχει κάνει καλή δουλειά σε µακροοικονοµικό επίπεδο. Ωστόσο, αν θέλουµε πραγµατικά να προχωρήσουµε ένα βήµα παραπέρα, η επανεκπαίδευση πρέπει να είναι ριζική, να ξεκινά από τη βάση και όχι από την κορυφή.
Όσον αφορά τις µελλοντικές εξαγορές και στρατηγικές συνεργασίες, στη THEON επικεντρωνόµαστε κυρίως στο εξωτερικό. Στο EFA Group, οι κινήσεις αφορούν τόσο την Ελλάδα όσο και το εξωτερικό, µε σχέδια να επενδύσουµε σε τουλάχιστον 8-10 ελληνικές εταιρείες που διαθέτουν προοπτική διεθνούς ανάπτυξης.
Εδώ θέλω να τονίσω κάτι που µπορεί να ακούγεται αυτονόητο, αλλά είναι εξαιρετικά σηµαντικό. Αυτή τη στιγµή υπάρχουν διαθέσιµα κεφάλαια. Αυτό που δεν υπάρχει –και αυτό που προτάσσουν οι δύο όµιλοί µας– είναι η ικανότητα να φέρνεις συµβόλαια. Και πώς επιτυγχάνεται αυτό; Πρώτον, µέσω ενός ισχυρού brand name, το οποίο ήδη διαθέτουµε. Δεύτερον, µέσα από τις βιοµηχανικές συνεργασίες και τις πλατφόρµες που έχουµε αναπτύξει σε επιλεγµένες κοµβικές χώρες.
Μιλάµε για αγορές που αποτελούν ταυτόχρονα τους µεγαλύτερους προµηθευτές αµυντικού υλικού παγκοσµίως: τις Ηνωµένες Πολιτείες, τη Γερµανία, τη Σαουδική Αραβία, την Ινδονησία και, πλέον, δυναµικά και την Ιαπωνία. Όταν σε αυτές τις κρίσιµες αγορές διαθέτεις βιοµηχανική πλατφόρµα, αποκτάς τη δυνατότητα να προωθήσεις οποιαδήποτε εταιρεία έχει συναφές αντικείµενο µε αυτό που κάνεις, ενισχύοντας τη διεθνή παρουσία και την ανταγωνιστικότητα των οµίλων µας.

Η THEON είναι εισηγµένη στο Χρηµατιστήριο του Άµστερνταµ. Θα µπορούσε να υπάρξει ένα dual listing, συµπεριλαµβανοµένης της ελληνικής κεφαλαιαγοράς; Παράλληλα, παραµένει η πρόθεση εισαγωγής του EFA Group στο χρηµατιστήριο και, εφόσον ναι, ποια αγορά θα ταίριαζε περισσότερο στο προφίλ της;
Όλα τα σενάρια είναι στο τραπέζι. Το µόνο βέβαιο είναι ότι το EFA Group θα εισαχθεί στο χρηµατιστήριο. Αν αυτό γίνει µέσω του Ελληνικού Χρηµατιστηρίου, του Άµστερνταµ ή µε dual listing, θα αποφασιστεί στην πορεία. Σε κάθε περίπτωση, η σύνδεση µε την ελληνική αγορά θα υπάρχει, άµεσα ή έµµεσα. Η προετοιµασία για την εισαγωγή έχει ήδη ξεκινήσει, µε στόχο να πραγµατοποιηθεί από το επόµενο έτος και µετά, όχι µέσα στη φετινή χρονιά.
Με βάση τις τρέχουσες διεθνείς εξελίξεις και τις γεωπολιτικές ισορροπίες, πώς εκτιµάτε ότι θα εξελιχθεί η αγορά άµυνας και αµυντικής τεχνολογίας την επόµενη πενταετία;
Οι ανάγκες πλέον είναι ξεκάθαρες. Έχουµε αποµακρυνθεί από τα βαριά όπλα και τις µεγάλες πλατφόρµες –πλοία, αεροσκάφη– και κινούµαστε προς πιο ελαφριές και ευέλικτες λύσεις: drones, λογισµικό, ηλεκτρονικό πόλεµο και συστήµατα αυτονοµίας.
Και όταν µιλάµε για αυτονοµία, δεν εννοούµε µόνο την αυτονοµία του στρατού ως δοµή. Αναφερόµαστε κυρίως σε συστήµατα όπως τα drones, τα οποία µπορούν να προγραµµατίζονται για µια αποστολή χωρίς συνεχή αλλαγή εντολών και να δρουν αυτόνοµα σύµφωνα µε το σενάριο της αποστολής.
Οτιδήποτε αποµακρύνεται από το βαρύ hardware και µετακινείται προς το software λειτουργεί υπέρ της Ελλάδας, γιατί διαθέτουµε τη γνώση, την εµπειρία και την τεχνογνωσία σε αυτούς τους τοµείς.
Μπορεί δηλαδή η Ελλάδα, µέσα σε αυτό το τοπίο, να εξελιχθεί σε κέντρο διεθνούς αµυντικής καινοτοµίας και ποιες πολιτικές ή επιχειρηµατικές πρωτοβουλίες θα ήταν καθοριστικές προς αυτή την κατεύθυνση;
Στην αγορά της άµυνας σίγουρα µπορούµε. Ωστόσο το ζήτηµα δεν αφορά µόνο την αµυντική βιοµηχανία. Αν δούµε τη µεγάλη εικόνα, ακόµα και σε τοµείς όπως ο τουρισµός και η ναυτιλία –που αποτελούν βασικούς πυλώνες της ελληνικής οικονοµίας– υπάρχουν σηµαντικά περιθώρια για µια νέα µορφή βιοµηχανοποίησης.
Για εµάς, και στο πλαίσιο της Ελληνικής Ένωσης Επιχειρηµατιών, η βιοµηχανοποίηση δεν σηµαίνει απαραίτητα βαριά βιοµηχανία µε την παραδοσιακή έννοια. Σηµαίνει να παράγεις προϊόντα –και ειδικά ψηφιακά προϊόντα– µε ανθρώπους που εργάζονται στην Ελλάδα. Και αυτό αποτελεί µια σύγχρονη, ανανεωµένη µορφή βιοµηχανίας.
Η ουσιαστική διαφορά είναι ότι η βιοµηχανία, σε αντίθεση µε την καθαρή παροχή υπηρεσιών, σηµαίνει ότι δηµιουργείς ένα προϊόν. Αυτό είναι κρίσιµο, γιατί η αυτάρκεια αποτελεί πλέον απαραίτητο στόχο. Η πανδηµία αποτέλεσε ένα µεγάλο µάθηµα για πολλούς και για πολλές κυβερνήσεις, αναδεικνύοντας την ανάγκη για αυτάρκεια – όχι µόνο στην αγροτική παραγωγή, αλλά και στη βιοµηχανία συνολικά. Μιλάµε, βέβαια, για µια βιοµηχανία επαναπροσδιορισµένη µε σύγχρονους όρους: όχι µε φουγάρα, αλλά µε υψηλή τεχνολογία και εξειδικευµένο ανθρώπινο δυναµικό.
Φωτογράφηση ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΝΤΑΣ