Του Νίκου Ρουσάνογλου
Σχεδόν 20.000 (19.962) αιτήσεις για χορήγησης άδειας διαμονής μέσω του προγράμματος Χρυσή Βίζα, έχουν υποβληθεί από τις αρχές του 2023 και μέχρι και τον φετινό Φεβρουάριο, ξεπερνώντας κάθε προηγούμενο στην υπερδεκαετή (από τα μέσα του 2014) περίοδο εφαρμογής του. Πρόκειται για αιτήσεις που αντιστοιχούν σε επενδύσεις ελάχιστου ύψους 5 δις ευρώ, ενισχύοντας κατακόρυφα την συνεισφορά των ακινήτων, ως ποσοστό επί του συνόλου των άμεσων ξένων επενδύσεων στην ελληνική οικονομία.
Παράλληλα όμως, η επίδοση αυτή συνιστά και μια στρέβλωση, η οποία προκλήθηκε εξαιτίας των διαδοχικών αλλαγών στις οποίες προχώρησε η κυβέρνηση την τελευταία διετία, με στόχο να περιορίσει τις επενδύσεις αυτές, ώστε να μην μειώνεται συνεχώς η προσφορά κατοικιών εις βάρος των εγχώριων αγοραστών. Στην πράξη πέτυχε το αντίθετο, καθώς προκάλεσε μια επενδυτική "φρενίτιδα" από ανθρώπους που ήθελαν να εκμεταλλευτούν το τελευταίο χρονικό περιθώριο που δόθηκε, προκειμένου να εξασφαλίσουν μια άδεια διαμονής στην Ελλάδα για τους ίδιους και τις οικογένειές τους.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Υπ. Μετανάστευσης και Ασύλου, το 2023 ο αριθμός των αιτήσεων ανήλθε σε 8.475 και το 2024 σε 9.411. Κατά το φετινό πρώτο δίμηνο, καταγράφονται επιπλέον 2.076 αιτήσεις (1.096 τον Ιανουάριο και 980 τον Φεβρουάριο). Πρόκειται για τους τελευταίους επενδυτές που κατοχύρωσαν ακίνητο και άδεια με βάση το προηγούμενο καθεστώς. Συγκεκριμένα, μετά την αύξηση του ελάχιστου ύψους επένδυσης (για την εξασφάλιση της άδειας) στις 800.000 ευρώ σε Αττική, Θεσσαλονίκη και τα μεγάλα νησιά (και στις 400.000 ευρώ από 250.000 ευρώ για την υπόλοιπη χώρα), δόθηκε χρονικό περιθώριο στους ενδιαφερόμενους, μέχρι την 1η Σεπτεμβρίου του 2024, προκειμένου να υπογράψουν προσύμφωνο ή ιδιωτικό συμφωνητικό με το πρότερο καθεστώς των χαμηλότερων ορίων. Περίπου 3.000 επενδυτές δεν είχαν προλάβει να ολοκληρώσουν τα τελικά συμβόλαια ως το τέλος του 2024 (που ήταν η τελική ημερομηνία υποβολής των αιτήσεων), με αποτέλεσμα να δοθεί μια δίμηνη παράταση έως το τέλος Φεβρουαρίου.
Με τον τρόπο αυτό, οι αιτήσεις της τελευταίας διετίας έχουν ξεπεράσει το σύνολο των επενδυτών που έχουν ήδη λάβει άδεια από το 2014 μέχρι σήμερα. Συγκεκριμένα, από τα μέσα του 2014 μέχρι σήμερα, οι ενεργές άδειες (αφορούν την τελευταία πενταετία) ανέρχονται σε 13.549. Μαζί με τις 4.814 ανανεώσεις που έχουν γίνει από επενδυτές της πρώτης πενταετίας (2014-2019), ο τελικός αριθμός ανέρχεται σε 18.363. Από αυτούς 9.275, ή το 50,5% είναι επενδυτές από την Κίνα, ενώ άλλες 1.893 άδειες (10,3% του συνόλου) έχουν δοθεί σε Τούρκους επενδυτές.
Παράλληλα, η επενδυτική "φρενίτιδα" της τελευταίας διετίας έχει δημιουργήσει κι έναν τεράστιο όγκο εκκρεμών αιτήσεων. Αυτές ανέρχονται πλέον σε 12.958, δείγμα της συμφόρησης που έχει δημιουργηθεί στις υπηρεσίες. Κατά το φετινό πρώτο δίμηνο εκδόθηκαν 1.127 άδειες. Ωστόσο, μόνο από το 2023 εκκρεμούν ακόμα 3.591 αιτήσεις. Ασφαλώς, η κατάσταση αυτή προβλέπεται ότι θα εξομαλυνθεί σταδιακά κατά την διάρκεια των επόμενων μηνών, καθώς τα νέα όρια πρόκειται να περιορίσουν το επενδυτικό "ρεύμα" προς την ελληνική αγορά ακινήτων από επενδυτές τρίτων χωρών.
Ασφαλώς, ζήτηση θα εξακολουθήσει να υπάρχει, είτε για επιλεγμένα ακίνητα υψηλού προφίλ, π.χ. στην Αττική Ριβιέρα, ή για ευκαιρίες σε πόλεις της περιφέρειας με υψηλή ζήτηση, όπως το Ηράκλειο και τα Χανιά. Επίσης, με ενδιαφέρον αναμένονται οι επενδύσεις αλλαγής χρήσης ακινήτων, δηλαδή από γραφεία, ή αποθήκες σε κατοικίες, μιας και με τον τρόπο αυτό, οι επενδυτές που θα τα αγοράσουν θα μπορούν να εξασφαλίσουν άδειες με 250.000 ευρώ, ακόμα και στην Αττική.