Του Robert Rapier
Η Βενεζουέλα περιγράφεται συχνά ως η χώρα με τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον πλανήτη. Επισήμως, η χώρα διαθέτει περισσότερα από 300 δισ. βαρέλια αποθεμάτων πετρελαίου, περισσότερα από τη Σαουδική Αραβία. Για πολλούς αναγνώστες, ο αριθμός αυτός υποδηλώνει έναν τεράστιο, ανεκμετάλλευτο πλούτο που περιμένει μια πολιτική αλλαγή για να απελευθερωθεί.
Ωστόσο, η Βενεζουέλα δεν έγινε παγκόσμια ηγέτιδα δύναμη στα αποθέματα πετρελαίου χάρη στην ανακάλυψη νέων κοιτασμάτων. Η άνοδός της στην κορυφή ήταν σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα αναταξινόμησης, που οφείλεται στις τιμές του πετρελαίου, στη δυτική τεχνολογία και σε πολιτικά κίνητρα. Για να κατανοήσουμε πώς προέκυψαν τα αποθέματα της Βενεζουέλας —και τι αντιπροσωπεύουν στην πραγματικότητα— πρέπει να δούμε προσεκτικά τη φύση του αργού πετρελαίου της και τι σημαίνει ο όρος "αποδεδειγμένα αποθέματα".
Η ζώνη του Ορινόκο
Η βάση για τον ισχυρισμό της Βενεζουέλας σχετικά με τα αποθέματά της βρίσκεται στη ζώνη πετρελαίου του Ορινόκο, μια τεράστια περιοχή που περιέχει εξαιρετικά βαρύ αργό πετρέλαιο και υδρογονάνθρακες τύπου ασφάλτου. Η Γεωλογική Υπηρεσία των ΗΠΑ εκτιμά ότι υπάρχουν εκεί περισσότερα από 1 τρισ. βαρέλια πετρελαίου.
Το αργό πετρέλαιο του Ορινόκο πρέπει πρώτα να εξορυχθεί ή να παραχθεί θερμικά και στη συνέχεια να αναβαθμιστεί σε συνθετικό αργό πετρέλαιο προτού διοχετευθεί στις παγκόσμιες αγορές. Αυτό καθιστά την παραγωγή εντάσεως κεφαλαίου τεχνολογικά πολύπλοκη και ιδιαίτερα ευαίσθητη στις τιμές του πετρελαίου.
Επί δεκαετίες, το μεγαλύτερο μέρος αυτού του πετρελαίου δεν ταξινομούνταν ως "αποθέματα", αλλά ως πόροι: υδρογονάνθρακες που η ύπαρξή τους ήταν γνωστή, αλλά δεν θεωρούνταν οικονομικά εκμεταλλεύσιμοι.
Πού βρισκόταν η Βενεζουέλα πριν από δύο δεκαετίες
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, τα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου της Βενεζουέλας ήταν σε μέτρια επίπεδα σε σχέση με τα παγκόσμια πρότυπα. Γύρω στο 2005, οι επίσημες εκτιμήσεις τοποθετούσαν τα αποθέματα της χώρας στα 77-80 δισ. βαρέλια, κυρίως συμβατικό αργό πετρέλαιο. Ο αριθμός αυτός έφερνε τη Βενεζουέλα πολύ πίσω από τη Σαουδική Αραβία και αρκετούς άλλους παραγωγούς. Για να καταλάβουμε καλύτερα την κατάσταση, σήμερα ένα απόθεμα 80 δισ. βαρελιών θα βρισκόταν στην όγδοη θέση παγκοσμίως.
Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του OPEC και τους κανόνες της Αμερικανικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (SEC), ένα βαρέλι πετρελαίου θεωρείται αποδεδειγμένο απόθεμα μόνο εάν μπορεί να ανακτηθεί οικονομικά στις τρέχουσες τιμές του πετρελαίου χρησιμοποιώντας την υπάρχουσα τεχνολογία. Ο ορισμός αυτός είναι περισσότερο οικονομικός παρά γεωλογικός — και είναι ζωτικής σημασία για το τι συνέβη στη συνέχεια.
Την εποχή εκείνη, οι τιμές του πετρελαίου κυμαίνονταν κατά μέσο όρο στα 25 δολάρια το βαρέλι. Σε αυτά τα επίπεδα, το κόστος εξόρυξης και βελτίωσης του αργού πετρελαίου του Ορινόκο υπερέβαινε την αξία του τελικού προϊόντος. Το πετρέλαιο υπήρχε μεν, αλλά δεν αξιοποιούνταν οικονομικά.
Ωστόσο, το πετρέλαιο που υπάρχει δεν είναι το ίδιο με το πετρέλαιο που μπορεί να παραχθεί, να μεταφερθεί, να διυλιστεί και να πωληθεί με οικονομικά αποδοτικό τρόπο. Δεν έχει καμία ομοιότητα με το ελαφρύ, ελεύθερης ροής αργό πετρέλαιο που παράγεται στη Σαουδική Αραβία ή στο δυτικό Τέξας. Στην πράξη, μοιάζει πολύ περισσότερο με τις πετρελαιοφόρες άμμους του Καναδά.
Πώς οι τιμές μετέτρεψαν τους πόρους σε "αποθέματα"
Μέχρι το 2008, οι τιμές του αργού ήταν κοντά στα 140 δολάρια το βαρέλι. Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου μετέτρεψε διάφορα projects από ασύμφορα σε οικονομικά συμφέροντα — τουλάχιστον στα χαρτιά.
Με τις ενισχυμένες τιμές και τη βελτίωση της τεχνολογίας εξόρυξης, η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία της Βενεζουέλας, PDVSA, μπόρεσε να αναταξινομήσει μεγάλα τμήματα της ζώνης του Ορινόκο από "πόρους" σε "αποδεδειγμένα αποθέματα" σύμφωνα με τους ισχύοντες ορισμούς των αποθεμάτων. Αυτή η διαδικασία επισημοποιήθηκε μέσω μιας κυβερνητικής πρωτοβουλίας γνωστής ως Magna Reserva Project, που ξεκίνησε υπό τον Ούγκο Τσάβες.
Την περίοδο 2005-2011, τα αποθέματα της Βενεζουέλας σχεδόν τετραπλασιάστηκαν — από περίπου από 80 δισ. βαρέλια σε 300 δισ.— χωρίς να υπάρχει αντιστοιχία στην ανακάλυψη νέων κοιτασμάτων ή στην παραγωγή.
Ανεξάρτητες εκτιμήσεις επισημαίνουν πως υπάρχει χάσμα μεταξύ των αποθεμάτων που δημοσιεύονται και της οικονομικής πραγματικότητας. Η Rystad Energy, για παράδειγμα, εκτιμά ότι το οικονομικά εκμεταλλεύσιμο πετρέλαιο της Βενεζουέλας ανέρχεται σε περίπου 29 δισ. βαρέλια — περίπου το ένα δέκατο των αποδεδεισμένων βαρελιών.
Το εμπόδιο της αναβάθμισης
Το αργό πετρέλαιο του Ορινόκο αντιμετωπίζει άλλο ένα σοβαρό εμπόδιο: τις υποδομές.
Για να καταστήσει το πετρέλαιο εμπορεύσιμο, η Βενεζουέλα βασίζεται σε μεγάλες εγκαταστάσεις αναβάθμισης που αρχικά κατασκευάστηκαν και λειτουργούσαν από διεθνείς πετρελαϊκές εταιρείες όπως η ExxonMobil και η ConocoPhillips. Αυτές οι υποδομές μετατρέπουν το εξαιρετικά βαρύ αργό πετρέλαιο σε συνθετικό πετρέλαιο κατάλληλο για εξαγωγή και διύλιση.
Μετά τις απαλλοτριώσεις του 2007 υπό τον Τσάβες, πολλές από αυτές τις εγκαταστάσεις κρατικοποιήθηκαν, ακολούθως όμως δεν συντηρήθηκαν κατάλληλα και υποβαθμίστηκαν. Με την πάροδο του χρόνου, η απώλεια τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης, ανταλλακτικών και επενδύσεων μείωσε σημαντικά την αξιοπιστία και την παραγωγικότητά τους.
Ως αποτέλεσμα, μεγάλο τμήμα του πετρελαίου που η Βενεζουέλα θεωρεί "αποδεδειγμένο" είναι ουσιαστικά αχρησιμοποίητο — υπάρχει στους ισολογισμούς, αλλά δεν μπορεί να υποστεί επεξεργασία ή να πωληθεί σε μεγάλες ποσότητες.
Αποθέματα που συρρικνώνονται όταν πέφτει η τιμή του πετρελαίου
Σε αντίθεση με τα συμβατικά πεδία της Σαουδικής Αραβίας, τα οποία παραμένουν κερδοφόρα ακόμη και όταν υποχωρούν πολύ οι τιμές πετρελαίου, το βαρύ αργό της Βενεζουέλας είναι εξαιρετικά ευαίσθητο στις μεταβολές των τιμών.
Όταν οι τιμές του πετρελαίου κατέρρευσαν το 2014 και ξανά το 2020 —κάτω από τα 60 δολάρια το βαρέλι— μεγάλο μέρος του Ορινόκο δεν πληρούσε πλέον το οικονομικό όριο που απαιτείται για να χαρακτηριστεί ως αποδεδειγμένο απόθεμα. Με την αυστηρή εφαρμογή των ορισμών για τα αποθέματα, αυτά τα βαρέλια θα έπρεπε να είχαν επαναταξινομηθεί στην κατηγορία των πόρων. Αυτό δεν συνέβη.
Αυτή η "ασυνέπεια" καταδεικνύει ένα βασικό πρόβλημα στην αξίωση της Βενεζουέλας για αποθέματα: ο αριθμός τους προϋποθέτει διαρκώς υψηλές τιμές, πλήρως λειτουργικές υποδομές και μαζικές επενδύσεις — συνθήκες που σπάνια έχουν συνυπάρξει ταυτόχρονα.
Εν κατακλείδι
Ο πλούτος της Βενεζουέλας σε πετρέλαιο είναι υπαρκτός, αλλά παρερμηνεύεται. Τα αποθέματά της δεν είναι συγκρίσιμα με αυτά κρατών όπως η Σαουδική Αραβία, όπου η παραγωγή πετρελαίου είναι ευκολότερη, φθηνότερη και πιο αξιόπιστη.
Η άνοδος της Βενεζουέλας στην κορυφή της παγκόσμιας κατάταξης αποθεμάτων συνδέεται με τις τιμές του πετρελαίου, με λογιστικούς ορισμούς και πολιτικά κίνητρα — όχι με την παραγωγή. Για τους επενδυτές, η διαφορά που μετράει είναι ανάμεσα στο πετρέλαιο που βρίσκεται στο έδαφος και στο πετρέλαιο που μπορεί να παραχθεί με κερδοφόρο και σταθερό τρόπο.
Η Βενεζουέλα διαθέτει τεράστιες ποσότητες πετρελαίου... στο έδαφος. Το πετρέλαιο που μπορεί να παραχθεί είναι ποσοτικά περιορισμένο λόγω της οικονομίας, των υποδομών και της διακυβέρνησης. Μέχρι να αλλάξουν αυτοί οι περιορισμοί, η θέση της Βενεζουέλας ως του μεγαλύτερου κατόχου "αποδεδειγμένων" αποθεμάτων πετρελαίου στον κόσμο θα πρέπει να ιδωθεί ως παράδειγμα για το πώς οι αριθμοί των αποθεμάτων μπορούν να οδηγήσουν σε παρανοήσεις, αν δεν εξεταστούν στο σωστό πλαίσιο.