Την έναρξη λειτουργίας υποκαταστήματος στην Αθήνα ανακοίνωσε ο ελβετικός όμιλος ιδιωτικής τραπεζικής Banque J. Safra Sarasin, μέσω της λουξεμβουργιανής θυγατρικής του, στο πλαίσιο της στρατηγικής του ομίλου J. Safra Sarasin για ενίσχυση της παρουσίας του στις βασικές ευρωπαϊκές αγορές.
Το ελληνικό υποκατάστημα της τράπεζας, ο οποίος είναι εγγεγραμμένο στην Τράπεζα της Ελλάδος και ξεκίνησε τη λειτουργία του στις 15 Σεπτεμβρίου 2026, θα εξυπηρετεί πελάτες με έδρα την Ελλάδα, προσφέροντας υπηρεσίες επενδύσεων και διαχείρισης περιουσίας, καθώς και πρόσβαση στις διεθνείς δυνατότητες της τράπεζας μέσω της έδρας της στο Λουξεμβούργο.
Επικεφαλής του ελληνικού υποκαταστήματος αναλαμβάνει η Λία Πιτταούλη, η οποία θα αναφέρεται στον Ζιλ Μουρ, διευθύνοντα σύμβουλο της Banque J. Safra Sarasin (Luxembourg) SA.
Σύμφωνα με την τράπεζα, το υποκατάστημα απευθύνεται σε ιδιώτες υψηλής καθαρής αξίας περιουσίας, οικογένειες και θεσμικούς επενδυτές στην Ελλάδα, προσφέροντας εξατομικευμένες υπηρεσίες και πρόσβαση σε επενδυτικές λύσεις. Ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί και στις βιώσιμες επενδύσεις, στις οποίες ο όμιλος δραστηριοποιείται εδώ και περισσότερα από 35 χρόνια.
"Η κίνηση αυτή επιβεβαιώνει τη δέσμευσή μας στην ελληνική αγορά. Η εξαιρετική φήμη, ο επαγγελματισμός και η εμπειρία της Λίας αποτελούν σημαντικό πλεονέκτημα για την τράπεζα", δήλωσε ο Ζιλ Μουρ, CEO της Banque J. Safra Sarasin (Luxembourg) SA.
Όπως σημείωσε, με την εγκατάσταση του νέου υποκαταστήματος στην Αθήνα και αξιοποιώντας το booking center της τράπεζας στο Λουξεμβούργο, η Banque J. Safra Sarasin βρίσκεται σε θέση να εξυπηρετήσει πελάτες σε μια αγορά που θεωρεί στρατηγικής σημασίας.
Από την πλευρά της, η Λία Πιτταούλη, Managing Director της Banque J. Safra Sarasin (Luxembourg) SA – Greek Branch, δήλωσε ότι είναι ιδιαίτερα ικανοποιημένη που εντάχθηκε σε έναν διεθνή όμιλο με ισχυρή παρουσία στη διαχείριση περιουσίας.
Όπως ανέφερε, η ισχύς της Banque J. Safra Sarasin, η οικογενειακή ιδιοκτησία της και η μακροπρόθεσμη στρατηγική εστίαση σε ιδιώτες και θεσμικούς πελάτες, σε συνδυασμό με τον ρόλο της ως πρωτοπόρου στις βιώσιμες επενδύσεις, θα αποτελέσουν βασικούς παράγοντες για την ανάπτυξη της δραστηριότητας στην Ελλάδα.
H οικογένεια Safra και οι δεσμοί με την Ελλάδα
Η 73χρονη Βίκυ Σάφρα και τα τέσσερα παιδιά της βρίσκονται στο Νο 94 της συνολικής κατάταξης του Forbes και στην υψηλότερη θέση μεταξύ των Ελλήνων κροίσων με καθαρή αξία 27,1 δισ. δολάρια.

Όπως σημείωνε το Forbes Greece to 2022, το όνομά της μπορεί να μην λέει κάτι στους περισσότερους Έλληνες καθώς το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της το πέρασε στην Βραζιλία ενώ τα τελευταία χρόνια έχει επιλέξει σαν τόπο διαμονής την Ελβετία, ωστόσο είναι ευρέως γνωστή στους διεθνείς τραπεζικούς κύκλους καθώς επί δεκαετίες στάθηκε στο πλευρό ενός από τους ισχυρότερους άνδρες παγκοσμίως, ούσα σύζυγος του Λιβανο-Βραζιλιάνου δισεκατομμυριούχου τραπεζίτη και επιχειρηματία Τζότζεφ Σάφρα.
Όταν τον Δεκέμβριο του 2020 ο Σάφρα άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 82 ετών, η τεράστια περιουσία του, η οποία "χτίστηκε" στη διάρκεια 180 ετών από 3 γενιές και σε 4 ηπείρους, πέρασε στα χέρια της 69 ετών συζύγου του Βίκυς καθώς και των 4 παιδιών τους, που από κοινού αξίζουν κάτι περισσότερο από 16 δισ. δολάρια.
Ανάμεσα στα πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία που κληρονόμησε η ίδια και τα παιδιά της συγκαταλέγονται η ελβετική J. Safra Sarasin και η βραζιλιάνικη Banco Safra, δύο χρηματοπιστωτικά ιδρύματα με ενεργητικό που αγγίζει τα 90 δισ. δολάρια καθώς και εταιρείες real estate, οι οποίες συνδέονται με ακίνητα της οικογένειας, μεταξύ των οποίων, ο πύργος Gherkin στο City του Λονδίνου και το κτίριο γραφείων και κατοικιών 660 Madison Avenue στην καρδιά του Μανχάταν στην Νέα Υόρκη.
Μάλιστα, η μεταβίβαση της περιουσίας του Σάφρα στους κληρονόμους του μετά τον θάνατό του αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες μεταφορές πλούτου στην ιστορία ενώ συμβαδίζει με την διαρκώς ανοδική τάση κατά την οποία πάμπλουτες οικογένειες μεταβιβάζουν περιουσιακά στοιχεία, η αξία των οποίων ισούται με την αξία μιας μεγάλης επιχείρησης.
Η ιστορία της πλουσιότερης Ελληνίδας στον κόσμο ξεκίνησε όταν η Βίκυ Σαφράτη-όπως είναι το πατρικό της όνομα-γνώρισε στην Βραζιλία και παντρεύτηκε σε ηλικία 17 ετών τον Τζότζεφ Σάφρα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η οικογένεια της έφυγε από την Ελλάδα και μετανάστευσε στην χώρα της Λατινικής Αμερικής τη δεκαετία του 1950 ενόσω ακόμη εκείνη ήταν παιδί. Κατά τη διάρκεια της κοινής τους πορείας στην ζωή, ο Τζόσεφ και η Βίκυ Σάφρα διατήρησαν χαμηλό προφίλ ενώ η κ. Σάφρα έχει να επιδείξει όλα αυτά τα χρόνια μια αξιοσημείωτη φιλανθρωπική δράση μέσα από το Safra Foundation.