Από την Ξανθή Γούναρη
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναθεώρησε ριζικά τη νοµοθεσία για την υποχρεωτική αναφορά βιωσιµότητας από τις επιχειρήσεις, προχωρώντας στη µεγαλύτερη απλοποίηση του ESG reporting που έχει ποτέ αποφασίσει. Στις 24 Φεβρουαρίου 2026 το Συµβούλιο της Ε.Ε. έδωσε την τελική έγκριση στη µεγάλη αναθεώρηση των κανόνων εταιρικής βιωσιµότητας, µε δηλωµένο στόχο τη µείωση της γραφειοκρατίας και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονοµίας. Η Οδηγία (Ε.Ε.) 2026/470, βασικός πυλώνας του πακέτου Omnibus I, τέθηκε σε ισχύ στις 18 Μαρτίου 2026. Τα κράτη-µέλη έχουν προθεσµία έως τις 19 Μαρτίου 2027 να την ενσωµατώσουν στο εθνικό τους δίκαιο.
Πως φτάσαµε εδώ
Η αναθεώρηση δεν ήρθε από το πουθενά. Η CSRD θεσπίστηκε το 2022 µε υψηλές φιλοδοξίες: να φέρει διαφάνεια στον τρόπο που οι επιχειρήσεις διαχειρίζονται τον αντίκτυπό τους στο περιβάλλον και την κοινωνία. Στην πράξη, όµως, τα πρώτα πρότυπα αναφοράς αποδείχθηκαν ιδιαίτερα απαιτητικά: εκατοντάδες υποχρεωτικά data points, πολύπλοκες απαιτήσεις αλυσίδας αξίας και κόστος συµµόρφωσης που για πολλές εταιρείες ξεπερνούσε κάθε αρχική εκτίµηση.
Τον Οκτώβριο του 2024 το Ευρωπαϊκό Συµβούλιο κάλεσε όλα τα θεσµικά όργανα να προωθήσουν κατά προτεραιότητα τις εργασίες για την αντιµετώπιση των προκλήσεων που εντοπίστηκαν στην έκθεση Ντράγκι για το µέλλον της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας. Ακολούθως, µε τη Διακήρυξη της Βουδαπέστης, τον Νοέµβριο του 2024, απευθύνθηκε έκκληση για µια "επανάσταση απλούστευσης" και δραστική µείωση του διοικητικού και κανονιστικού φόρτου, ιδίως για τις ΜµΕ. Παράλληλα, το πακέτο αντανακλά τις πιέσεις της Γαλλίας και της Γερµανίας για τροποποιήσεις στο κανονιστικό πλαίσιο. Η Κοµισιόν υπολόγισε ότι το πακέτο αναµένεται να αποφέρει εξοικονόµηση διοικητικού κόστους 6,3 δισ. ευρώ και να διευκολύνει επενδύσεις ύψους 50 δισ. ευρώ.
Το νέο πεδίο εφαρµογής
Η πιο ουσιαστική αλλαγή αφορά το ποιες επιχειρήσεις υποχρεούνται να υποβάλλουν εκθέσεις βιωσιµότητας. Το νέο κατώφλι εφαρµογής της CSRD ανεβαίνει σε επιχειρήσεις µε περισσότερους από 1.000 εργαζοµένους και ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των 450 εκατ. ευρώ. Πριν από το Omnibus, το αντίστοιχο όριο ήταν 250 εργαζόµενοι, τέσσερις φορές χαµηλότερο. Το αποτέλεσµα είναι ότι ο αριθµός των εταιρειών που υποχρεούνται να δηµοσιεύουν εκθέσεις βιωσιµότητας µειώνεται κατά περίπου 80%.
Για τις ελληνικές επιχειρήσεις, η αλλαγή σηµαίνει ότι η συντριπτική πλειονότητα των εισηγµένων µεσαίου µεγέθους και οι µεγάλες ιδιωτικές εταιρείες που δεν φτάνουν τα νέα κατώφλια βγαίνουν εκτός του άµεσου νοµικού πεδίου. Εντός του πυρήνα παραµένουν οι µεγάλες εισηγµένες, οι τράπεζες, οι ενεργειακοί όµιλοι, οι εταιρείες υποδοµών και οι πολυεθνικές θυγατρικές – δηλαδή ακριβώς εκείνες που ήδη υποβάλλουν εκθέσεις στο πλαίσιο του πρώτου κύµατος της CSRD και συνεχίζουν κανονικά.
Τα νέα πρότυπα αναφοράς
Παράλληλα µε την αναθεώρηση του πεδίου εφαρµογής, η Κοµισιόν προχωρά στην ουσιαστική απλοποίηση των ίδιων των προτύπων αναφοράς. Τα αναθεωρηµένα ESRS –τα λεγόµενα ESRS 2.0– µειώνουν τα υποχρεωτικά data points κατά πάνω από 60% και το σύνολο των data points κατά πάνω από 70% σε σχέση µε τα αρχικά πρότυπα του 2023. Συνολικά, οι αλλαγές αναµένεται να µειώσουν το κόστος αναφοράς ανά εταιρεία κατά περισσότερο από 30%.
Η Κοµισιόν, που ήδη από τις 6 Μαΐου 2026 έθεσε σε διαβούλευση τα draft ESRS 2.0, υποχρεούται βάσει της Οδηγίας να υιοθετήσει τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισµό µε τα τελικά πρότυπα έως τις 18 Σεπτεµβρίου 2026. Μετά την υιοθέτηση, τα πρότυπα θα υποβληθούν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συµβούλιο για έλεγχο µη αντίρρησης διάρκειας έως τεσσάρων µηνών, µε υποχρεωτική εφαρµογή για οικονοµικά έτη που αρχίζουν από 1η Ιανουαρίου 2027 και δυνατότητα προαιρετικής εφαρµογής ήδη από το 2026 για τις εταιρείες που υποβάλλουν ήδη εκθέσεις.
Τι σηµαίνει πρακτικά η διπλή ουσιαστικότητα
Η βασική αρχή της διπλής ουσιαστικότητας διατηρείται πλήρως στο νέο πλαίσιο – και αξίζει να εξηγηθεί τι σηµαίνει στην πράξη. Μια επιχείρηση δεν αρκεί να αναφέρει µόνο πόσο "πράσινη" είναι: οφείλει να αξιολογήσει και πόσο οι κλιµατικοί κίνδυνοι, η στέρηση φυσικών πόρων ή οι κοινωνικές πιέσεις επηρεάζουν τα ίδια τα οικονοµικά της αποτελέσµατα. Η λογική είναι διπλή: impact (τι κάνει η επιχείρηση στο περιβάλλον) και risk (τι κάνει το περιβάλλον στην επιχείρηση). Ένα εργοστάσιο τροφίµων, για παράδειγµα, οφείλει να αναφέρει τόσο τον αντίκτυπο της παραγωγής του στους υδάτινους πόρους όσο και τον κίνδυνο που αντιµετωπίζει αν η ξηρασία περιορίσει τη διαθεσιµότητα νερού στην περιοχή όπου δραστηριοποιείται. Αυτό που αλλάζει µε τα ESRS 2.0 δεν είναι η αρχή, είναι το εύρος των υποχρεωτικών γνωστοποιήσεων που τη στηρίζουν, µε ρητή πλέον απαγόρευση αναφοράς µη ουσιωδών πληροφοριών.

Προστασία της εφοδιαστικής αλυσίδας
Μία από τις πιο πρακτικές καινοτοµίες του Omnibus αφορά τις σχέσεις µεταξύ µεγάλων εταιρειών και των προµηθευτών τους. Το νέο πλαίσιο εισάγει ένα "value chain cap": εταιρείες µε λιγότερους από 1.000 εργαζοµένους δεν µπορούν να υποχρεωθούν να παρέχουν πληροφορίες βιωσιµότητας πέρα από αυτές που ορίζει το εθελοντικό πρότυπο VSME. Πρόκειται για ουσιαστική ανακούφιση για τις ΜµΕ που συµµετέχουν στην εφοδιαστική αλυσίδα µεγάλων οµίλων και δέχονταν έως τώρα ανεξέλεγκτες απαιτήσεις για δεδοµένα εκποµπών, ενέργειας και διακυβέρνησης.
Η ελληνική εικόνα
Στην Ελλάδα ο Ν. 5164/2024, που ενσωµάτωσε αρχικά τη CSRD στο εθνικό δίκαιο, παραµένει σε ισχύ έως ότου τροποποιηθεί για να ενσωµατώσει την Οδηγία (Ε.Ε.) 2026/470, µε προθεσµία τον Μάρτιο 2027. Αυτό σηµαίνει ότι για περίπου έναν χρόνο ακόµα συνυπάρχουν δύο νοµοθετικά επίπεδα: το ευρωπαϊκό, που έχει ήδη αλλάξει, και το εθνικό, που δεν έχει ακόµη προσαρµοστεί. Έως τότε οι µεγάλες εισηγµένες του πρώτου κύµατος συνεχίζουν να υποβάλλουν εκθέσεις βιωσιµότητας µε βάση το ισχύον καθεστώς, µε το επόµενο report να καλύπτει τα στοιχεία του οικονοµικού έτους 2025.
Για τις εταιρείες που βγαίνουν εκτός υποχρεωτικού πεδίου, η µεταβατική περίοδος έως τον Μάρτιο 2027 δεν είναι κενό, είναι παράθυρο. Κατάλληλη στιγµή για να αξιολογήσουν ποιες ESG πρακτικές τούς εξυπηρετούν πραγµατικά, να επενδύσουν στα δεδοµένα που χρειάζονται οι χρηµατοδότες τους και να χτίσουν ένα πλαίσιο που δεν θα χρειαστεί να ξαναφτιαχτεί από την αρχή όταν τα νέα κατώφλια µπουν τελικά σε ισχύ. Τράπεζες και επενδυτές, άλλωστε, έχουν ήδη εκφράσει ανησυχίες για πιθανά κενά δεδοµένων και µια επιχείρηση που τα καλύπτει εθελοντικά έχει ανταγωνιστικό πλεονέκτηµα έναντι εκείνης που περιµένει τον νόµο.
Το Omnibus αποτελεί αναµφίβολα µια σηµαντική ανακατανοµή υποχρεώσεων, µε λιγότερες εταιρείες στο πεδίο, απλούστερα πρότυπα και πιο ρεαλιστικά χρονοδιαγράµµατα. Το ESG reporting δεν υποχωρεί, επαναδιατυπώνεται µε γνώµονα την εφαρµοσιµότητα.