Η ΑΜΒΥΞ είναι μια εταιρεία που έχει ταυτιστεί διαχρονικά με τα premium αποστάγματα. Ωστόσο, πριν από τέσσερα χρόνια αποφάσισε να επενδύσει δυναμικά και στο κρασί, δημιουργώντας την επιχειρηματική μονάδα Oenothèque. Σήμερα η μονάδα απασχολεί 13 στελέχη αποκλειστικής απασχόλησης επικεντρωμένα στο κρασί - τα οποία ενισχύουν αποτελεσματικά την συνολική δραστηριότητα του οργανισμού των 165 ατόμων, εκπροσωπεί έξι ελληνικά και πέντε διεθνή οινοποιεία και έχει εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες ανάπτυξης του οργανισμού, με τα οινικά προϊόντα να αντιπροσωπεύουν πλέον το 35%-40% του συνολικού κύκλου εργασιών.
Ο Oenothèque Manager της ΑΜΒΥΞ, Στάθης Σάλτας, εξηγεί γιατί η εταιρεία επέλεξε να επενδύσει στο κρασί, πώς διαμορφώνεται το χαρτοφυλάκιό της, ποιες είναι οι τάσεις που κυριαρχούν στην αγορά και ποιες προκλήσεις θα καθορίσουν το μέλλον του ελληνικού κρασιού.

Συνέντευξη στην Ξανθή Γούναρη
"Το κρασί είχε μεγαλύτερα περιθώρια ανάπτυξης"
Η ΑΜΒΥΞ είναι μια εταιρεία που έχει ταυτιστεί διαχρονικά με τα premium αποστάγματα. Τι ήταν αυτό που οδήγησε στη δημιουργία του Oenothèque και ποιος είναι σήμερα ο στρατηγικός της ρόλος μέσα στον όμιλο;
Η ιδέα για τη δημιουργία ενός τμήματος αφιερωμένου αποκλειστικά στο κρασί ξεκίνησε περίπου πριν από μία δεκαετία και είχε φτάσει κοντά στην υλοποίησή της το 2018-2019, όταν η πανδημία ανέτρεψε τα σχέδια. Η ουσιαστική έναρξη έγινε το 2022, στο πρώτο εξάμηνο μετά την πανδημία, με την ανάληψη της ευθύνης από Oenothèque Manager, ο οποίος ανέλαβε να δημιουργήσει εξ αρχής ένα τμήμα που να ασχολείται με το κρασί.
Η απόφαση βασίστηκε σε δύο βασικές διαπιστώσεις. Από τη μία πλευρά, η αγορά των αποσταγμάτων στην Ελλάδα έδειχνε ήδη ότι είχε μπει σε μια φάση ωριμότητας, ενώ το κρασί παρουσίαζε μεγαλύτερα περιθώρια ανάπτυξης. Από την άλλη, η διοίκηση και οι μέτοχοι της ΑΜΒΥΞ διέκριναν εγκαίρως τη σταδιακή μεταστροφή των καταναλωτών προς πιο ισορροπημένες επιλογές κατανάλωσης. Η τάση αυτή υπήρχε ήδη πριν από την πανδημία, αλλά ενισχύθηκε σημαντικά τα επόμενα χρόνια. Μετά την περίοδο της έντονης κατανάλωσης που ακολούθησε την Covid-19, το 2024 και το 2025 καταγράφηκε αισθητή κόπωση, με το κρασί να αποδεικνύεται πιο ανθεκτικό, καθώς συνδέεται άμεσα με το φαγητό και την καθημερινή έξοδο.
Η στρατηγική επιλογή ήταν σαφής, η εταιρεία επέλεξε να δημιουργήσει μια ολοκληρωμένη πρόταση στο κρασί, καλύπτοντας ένα κενό που είχαν ήδη αξιοποιήσει βασικοί ανταγωνιστές της.
Επένδυση σε εξειδικευμένα στελέχη
Πώς έχει διαμορφωθεί πλέον η δομή και η στελέχωση της Oenothèque και ποιες ήταν οι σημαντικότερες επενδύσεις που κάνατε σε ανθρώπινο δυναμικό τα τελευταία χρόνια;
Σήμερα το τμήμα έχει αποκτήσει μια σαφή και οργανωμένη δομή, με 13 στελέχη που απασχολούνται αποκλειστικά με την ανάπτυξη της δραστηριότητας του κρασιού ενισχύοντας το συνολικό δυναμικό της Αμβυξ που σήμερα αριθμεί 165 άτομα
Η οργάνωση στηρίζεται σε τρεις βασικούς άξονες. Ο πρώτος αφορά τα στελέχη που είναι υπεύθυνα για την ανάπτυξη των εμπορικών σημάτων κυρίως μέσω προώθησης και επικοινωνίας στα σημεία επιτόπιας κατανάλωσης (Brand Ambassadors), με ξεχωριστή ευθύνη για το ελληνικό χαρτοφυλάκιο, το διεθνές χαρτοφυλάκιο και των ιδιαίτερα υψηλής αξίας ξένων ετικετών. Ο δεύτερος είναι η αυτόνομη ομάδα μάρκετινγκ του κρασιού, η οποία λειτουργεί ανεξάρτητα από το κεντρικό τμήμα μάρκετινγκ της ΑΜΒΥΞ και διαχειρίζεται αποκλειστικά τα οινικά σήματα. Ο τρίτος είναι η ομάδα πωλήσεων κρασιού, η οποία υπάγεται οργανικά στην διεύθυνση πωλήσεων της εταιρείας, αλλά συνεργάζεται στενά στην καθημερινότητά της με το Oenothèque Business Unit και αποτελείται από εξειδικευμένους πωλητές.
Οι σημαντικότερες προσθήκες των τελευταίων ετών ήταν ένας manager των πωλήσεων κρασιού, στον οποίο υπάγονται πλέον όλοι οι πωλητές κρασιού πανελλαδικά, καθώς και ένας υπεύθυνος εμπορικής ανάπτυξης με αποκλειστική αρμοδιότητα το δίκτυο της εστίασης. Παράλληλα ενισχύθηκαν οι ομάδες των Brand ambassadors, του μάρκετινγκ και των πωλήσεων.
Το Oenothèque λειτουργεί ως ξεχωριστή επιχειρηματική μονάδα μέσα στην ΑΜΒΥΞ, πλήρως ενταγμένη όμως στη συνολική δομή της εταιρείας, με εξειδίκευση στα σημεία όπου το κρασί έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, όπως τα εστιατόρια, τα ξενοδοχεία και τα μπαρ.

"Δεν θέλουμε να γίνουμε "σούπερ μάρκετ" ετικετών"
Το χαρτοφυλάκιό σας έχει ενισχυθεί σημαντικά με νέα ελληνικά και διεθνή οινοποιεία. Με ποια κριτήρια επιλέγετε τις συνεργασίες σας και τι θεωρείτε ότι λείπει ακόμη από το χαρτοφυλάκιο που θέλετε να δημιουργήσετε;
Το χαρτοφυλάκιο του Oenothèque περιλαμβάνει σήμερα έξι ελληνικά οινοποιεία — Κτήματα. Το κτήμα Παλυβού, την Tselepos wines με τρία οινοποιεία, το κτήμα Avantis, κτήμα Κοκοτού, κτήμα Μωραΐτη και οινοποιείο Κitrvs — καθώς και πέντε διεθνή οινοποιεία: Minuty, Château Galoupét, Joseph Phelps, Terrazas de los Andes και Cloudy Bay.
Οι συνεργασίες επιλέγονται με βάση έναν συγκεκριμένο στρατηγικό σχεδιασμό. Στόχος είναι η γεωγραφική διασπορά χωρίς αλληλοεπικαλύψεις, η εκπροσώπηση διαφορετικών ποικιλιών και στυλ κρασιού και η δημιουργία ενός χαρτοφυλακίου με ισορροπία και συμπληρωματικότητα.
Η φιλοσοφία μας είναι ξεκάθαρη: δεν θέλουμε το Oenothèque να εξελιχθεί σε ένα "σούπερ μάρκετ" ετικετών. Προτιμούμε ένα προσεκτικά επιλεγμένο χαρτοφυλάκιο, ώστε κάθε συνεργάτης να απολαμβάνει την προσοχή, την υποστήριξη και την εμπορική ανάπτυξη που του αναλογεί.
Η επόμενη γεωγραφική προτεραιότητα για το χαρτοφυλάκιο εντοπίζεται στη Βόρεια Ελλάδα, μετά την διακοπή συνεργασίας με το Κτήμα Άλφα το 2024, όπου βάσει του στρατηγικού σχεδιασμού μας, εξετάζουμε προτάσεις αλλά όχι για πριν το 2027, καθώς το 2026 είναι αφιερωμένο στην ομαλή ενσωμάτωση των πρόσφατων προσθηκών. Στο ενδιαφέρον μας βρίσκονται επίσης η Κεντρική Ελλάδα και η Κρήτη, ενώ θεωρούμε ότι η Πελοπόννησος και οι Κυκλάδες, με παρουσία από την Πάρο και τη Σαντορίνη, καλύπτονται ήδη ικανοποιητικά.
Σε διεθνές επίπεδο, οι επόμενες κινήσεις μας στρέφονται κυρίως προς την Ισπανία, την Γαλλία και, σε δεύτερο χρόνο, προς την Ιταλία.

Το κρασί αποτελεί πλέον βασικό πυλώνα ανάπτυξης
Τι ποσοστό του συνολικού τζίρου της ΑΜΒΥΞ προέρχεται σήμερα από το κρασί και πόσο σημαντικός πυλώνας ανάπτυξης θεωρείτε ότι είναι πλέον για την εταιρεία;
Τα οινικά προϊόντα της ΑΜΒΥΞ, δηλαδή οι ήσυχοι και οι αφρώδεις οίνοι συνολικά, σαμπάνιες, prosecco κ.τ.λ. αντιπροσωπεύουν σήμερα το 35%-40% του συνολικού κύκλου εργασιών του οργανισμού. Παρόλο που δεν δημοσιοποιούμε μια αναλυτικότερη κατανομή ανά κατηγορία, είναι σαφές ότι το κρασί έχει εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες ανάπτυξης της εταιρείας.
Η διακοπή συνεργασίας με το Κτήμα Άλφα αντισταθμίστηκε πλήρως με την πολύ γρήγορη ένταξη νέων οινοποιείων, με αποτέλεσμα σήμερα να διαθέτουμε ένα πολύ πιο ισορροπημένο χαρτοφυλάκιο ως προς τα στυλ, τις ποικιλίες και τα επίπεδα τιμών. Πρόκειται για μια δραστηριότητα στην οποία η εταιρεία επενδύει συστηματικά και από την οποία προσδοκά σημαντική περαιτέρω ανάπτυξη.
Σαμπάνια και άλλοι αφρώδεις οίνοι: Η ελληνική αγορά ακολουθεί παρόμοια πορεία
Οι αφρώδεις οίνοι αποκτούν ολοένα μεγαλύτερο βάρος στο παγκόσμιο οινικό εμπόριο. Πώς εξελίσσεται η αγορά της σαμπάνιας και των αφρωδών οίνων στην Ελλάδα και ποιες τάσεις βλέπετε να διαμορφώνονται;
Σε διεθνές επίπεδο, οι αφρώδεις οίνοι είναι μια πολύ δυναμική κατηγορία, με την Σαμπάνια να βρίσκεται σε ψηλά επίπεδα κατανάλωσης για μια πενταετία (2015-2019) προ πανδημίας και να σημειώνει το ιστορικό ψηλό της το 2022 μετά από την μείωση που είχε λόγω Covid Από τότε παρουσιάζει μια διόρθωση τα τελευταία 3 χρόνια σε όγκο αλλά όχι σε αξία. Οι μεγαλύτερες αγορές σαμπάνιας εκτός Γαλλίας εξακολουθούν να είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Βρετανία και η Ιαπωνία, ενώ ακολουθεί η Γερμανία. Παράλληλα, εντυπωσιακά ανοδική πορεία καταγράφει και το Prosecco που έχει μεγάλη διείσδυση στην μαζική κατανάλωση και ενισχύεται από την χρήση του στα κοκτέιλ όπως το Spritz και το Bellini αλλά και το Moscato d'Asti, που παραμένει ένα πολύ δημοφιλές κρασί και ευνοείται από την χαμηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ
Στην Ελλάδα, η εικόνα δεν είναι πολύ διαφορετική. Η σαμπάνια βρίσκεται σε σταθερή έως ελαφρά πτωτική πορεία μετά το ιστορικό υψηλό του 2022, με το 2023, 2024 και 2025 να αποτελούν διαδοχικά έτη μικρής διόρθωσης.
Οι βασικοί λόγοι είναι εκτός από την υψηλή τιμή της κατηγορίας, ότι στη χώρα μας η σαμπάνια εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται κυρίως ως ποτό εορτασμού και όχι ως συνοδευτικό του φαγητού. Στη Γαλλία - πρώτη σε κατανάλωση χώρα- για παράδειγμα, η παρουσία της στη γαστρονομία είναι πολύ πιο έντονη και οι συνδυασμοί της με διαφορετικά πιάτα αποτελούν μέρος της καθημερινής οινικής κουλτούρας.
Βέβαια, ορισμένες ιδιαίτερα αναγνωρίσιμες premium ετικέτες εξακολουθούν να καταγράφουν καλές επιδόσεις, κυρίως χάρη στη δύναμη του εμπορικού τους σήματος και στη μεγαλύτερη ενημέρωση των καταναλωτών.

Αντίθετα, η ελληνική παραγωγή αφρωδών οίνων εμφανίζει σημαντική δυναμική. Το Κτήμα Τσέλεπου υπήρξε από τους πρωτοπόρους της κατηγορίας με το Amalia Brut, το οποίο παράγεται εδώ και περισσότερα από είκοσι πέντε χρόνια. Πιο πρόσφατα, στο χαρτοφυλάκιό μας εντάχθηκε και το Lenga Sparkling του Κτήματος Avantis, το οποίο έχει ήδη βρει ιδιαίτερα θετική ανταπόκριση στους πιο ενημερωμένους καταναλωτές της εστίασης.
Η κουλτούρα του απογευματινού aperitivo με αφρώδη οίνο, αντίστοιχη με εκείνη της Ιταλίας, βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο στην ελληνική αγορά.
Η κατανάλωση μεταφέρεται σταδιακά από την εστίαση στο σπίτι
Η εστίαση συνεχίζει να λειτουργεί υπό πίεση λόγω του αυξημένου κόστους, ενώ ο τουρισμός καταγράφει υψηλές επιδόσεις. Πώς επηρεάζουν αυτές οι δύο παράμετροι την αγορά του κρασιού και τη ζήτηση που βλέπετε σήμερα;
Ο τουρισμός συνεχίζει να κινείται ανοδικά, κάτι που επιβεβαιώνεται και από τα στοιχεία των αεροπορικών και οδικών αφίξεων που παρακολουθούμε.
Την ίδια στιγμή, όμως, τα τελευταία δύο χρόνια έχει παγιωθεί μια διαφορετική καταναλωτική συμπεριφορά, η οποία συνοψίζεται στη φράση "βγαίνω νωρίτερα, πίνω λιγότερο (ποσότητα και αλκοολικούς βαθμούς), ξοδεύω λιγότερο".
Η τάση αυτή επηρεάζει περισσότερο τα αποστάγματα, τα οποία συνδέονται κυρίως με τη νυχτερινή διασκέδαση και υψηλότερες δαπάνες, ενώ το κρασί, επειδή συνοδεύει το φαγητό, εμφανίζει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα.
Η μεγαλύτερη αλλαγή αποτυπώνεται στη μεταφορά της κατανάλωσης από την εστίαση προς το σπίτι.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρακολουθούμε, κατά τη διετία 2021-2022 το μερίδιο του σούπερ μάρκετ διαμορφωνόταν στο 30%, έναντι 57% της εστίασης. Το 2022-2023 τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 32% και 55%, το 2023-2024 διαμορφώθηκαν στο 40% και 43%, ενώ το 2024-2025 έφτασαν στο 41% και 42%, δείχνοντας ότι οι δύο κατηγορίες συγκλίνουν σταδιακά.
Στην εικόνα αυτή πρέπει να προστεθεί και το γεγονός ότι περίπου το μισό κρασί που καταναλώνεται στην Ελλάδα εξακολουθεί να είναι χύμα, ενώ οι συνεχείς αυξήσεις στις πρώτες ύλες, στα αναλώσιμα, την ενέργεια, τα ενοίκια και το μισθολογικό κόστος επιβαρύνουν σημαντικά τις επιχειρήσεις της εστίασης, λειτουργώντας αρνητικά στην κατανάλωση στο εστιατόριο.
Παρατηρούμε ακόμη ότι και οι τουρίστες επιλέγουν όλο και συχνότερα να καταναλώσουν κρασί στο ξενοδοχείο ή στο κατάλυμά τους, αντί σε κάποιο εστιατόριο.
Η νέα γενιά πίνει λιγότερο
Σε διεθνές επίπεδο παρατηρείται υποχώρηση της κατανάλωσης κρασιού. Βλέπετε αντίστοιχες τάσεις και στην Ελλάδα και ποιοι είναι οι βασικοί παράγοντες που τις τροφοδοτούν;
Η ίδια τάση είναι εμφανής και στην Ελλάδα, τόσο στην κατανάλωση όσο και στην παραγωγή, η οποία εξακολουθεί να κινείται λίγο πάνω από το ιστορικό χαμηλό του 2023, επηρεασμένη και από τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής.
Οι βασικοί λόγοι είναι δύο.
Ο πρώτος αφορά τη στροφή προς έναν πιο υγιεινό τρόπο ζωής. Οι νεότερες ηλικίες επιλέγουν ολοένα και συχνότερα προϊόντα χωρίς ή με χαμηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ και γενικότερα καταναλώνουν μικρότερες ποσότητες.
Ο δεύτερος είναι η αυστηροποίηση των ελέγχων για την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ. Παρότι η επίδραση αυτής της εξέλιξης δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί πλήρως στα διαθέσιμα στοιχεία, τη διαπιστώνουμε καθημερινά στην αγορά. Ο καταναλωτής αποφεύγει πλέον το δεύτερο μπουκάλι στο τραπέζι ή επιλέγει να μην καταναλώσει καθόλου αλκοόλ όταν πρόκειται να οδηγήσει.

Λιγότερο κρασί, αλλά καλύτερο
Η ΑΜΒΥΞ έχει παραδοσιακά ισχυρή παρουσία στις premium κατηγορίες. Σε μια αγορά που πιέζεται οικονομικά, πώς διαμορφώνεται η στρατηγική σας ως προς το εύρος τιμών του χαρτοφυλακίου; Βλέπετε τον καταναλωτή να μετακινείται σε χαμηλότερες τιμές ή να επιλέγει λιγότερες αλλά ποιοτικότερες αγορές;
Στην πραγματικότητα, οι δύο τάσεις συνυπάρχουν.
Από τη μία πλευρά, παρατηρούμε ότι ολοένα περισσότεροι καταναλωτές επιλέγουν να πίνουν λιγότερο αλλά καλύτερο κρασί. Η γνώση γύρω από το προϊόν έχει αυξηθεί σημαντικά, όχι μόνο μεταξύ των επαγγελματιών της εστίασης αλλά και στο ευρύ κοινό, γεγονός που οδηγεί σε πιο συνειδητές επιλογές.
Από την άλλη πλευρά, στη χαμηλότερη κατηγορία τιμών η προσφορά είναι εξαιρετικά μεγάλη, δημιουργώντας έντονο ανταγωνισμό.
Η δική μας στρατηγική δεν βασίζεται στις εκπτώσεις. Οι όποιες αναπροσαρμογές τιμών προκύπτουν αποκλειστικά από τις αυξήσεις κόστους των προμηθευτών μας και προσπαθούμε να τις διατηρούμε στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο.
Τα προϊόντα χωρίς αλκοόλ αναπτύσσονται, αλλά το κρασί εμφανίζει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα
Το no και low alcohol αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες διεθνείς τάσεις στη βιομηχανία ποτών. Πόσο επηρεάζει την κατηγορία του κρασιού και πώς τοποθετείται η ΑΜΒΥΞ απέναντι σε αυτή τη νέα πραγματικότητα;
Η τάση αυτή επηρεάζει συνολικά την αγορά των αλκοολούχων ποτών. Ωστόσο, να τονίσουμε πως η κατηγορία αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 1% της συνολικής κατανάλωσης αλκοολούχων ποτών. Το κρασί φαίνεται να επηρεάζεται λιγότερο, καθώς έχει εκ φύσεως χαμηλότερη περιεκτικότητα σε αλκοόλ από άλλα ποτά και συνδέεται περισσότερο με το φαγητό, γεγονός που το καθιστά πιο ανθεκτικό.
Στο χαρτοφυλάκιό μας διαθέτουμε ήδη το French Bloom, έναν premium "αφρώδη οίνο χωρίς αλκοόλ", που προέρχεται από τον στρατηγικό μας συνεργάτη, τη Moët Hennessy. Πρόκειται για ένα προϊόν που, παρά την υψηλή τιμή του, παρουσιάζει ικανοποιητικές πωλήσεις, κυρίως σε ξενοδοχεία υψηλών προδιαγραφών σε προορισμούς όπως η Μύκονος η Σαντορίνη και ή Αθηναϊκή Ριβιέρα
Ο καταναλωτής που επιλέγει το συγκεκριμένο προϊόν δεν αναζητά μια "σαμπάνια χωρίς αλκοόλ", αλλά μια ποιοτική εναλλακτική πρόταση, με προσεγμένη εικόνα και συσκευασία, χωρίς να διστάζει να πληρώσει το αντίστοιχο τίμημα. Πρόκειται για μια διαφορετική προσέγγιση από εκείνη που επικρατεί ευρύτερα στην ελληνική αγορά, όπου τα προϊόντα χωρίς αλκοόλ συνδέονται συνήθως με χαμηλότερες τιμές.
Προς το παρόν δεν σχεδιάζουμε την ένταξη νέων κρασιών χωρίς ή με χαμηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ στο χαρτοφυλάκιό μας. Εξετάζουμε το ενδεχόμενο της επένδυσης στην παραγωγή ενός low ή no alcohol οινικού προϊόντος από κάποιο από τα δικά μας οινοποιεία, από πέρυσι, ωστόσο το κόστος μιας τέτοιας επένδυσης παραμένει υψηλό, ενώ υπάρχουν και τεχνικοί περιορισμοί, καθώς τα συγκεκριμένα προϊόντα δεν μπορούν να παραχθούν στις ίδιες εγκαταστάσεις με το συμβατικό κρασί.
"Οι δύο μεγάλες προκλήσεις είναι η κλιματική αλλαγή και η Generation Z"
Ποια θεωρείτε σήμερα τη μεγαλύτερη πρόκληση και ποια τη μεγαλύτερη ευκαιρία για το ελληνικό κρασί τα επόμενα χρόνια;
Θα έλεγα ότι υπάρχουν δύο μεγάλες προκλήσεις.
Η πρώτη αφορά τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής αμπελουργίας, ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα απαιτητική γεωγραφικά ζώνη για την αμπελοκαλλιέργεια και η προσαρμογή στις νέες συνθήκες απαιτεί επενδύσεις, τεχνογνωσία και ουσιαστική στήριξη από την Πολιτεία.
Η δεύτερη πρόκληση είναι κατά πόσο το ελληνικό κρασί θα καταφέρει να προσεγγίσει τη Generation Z. Μέχρι στιγμής τα δεδομένα δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά. Η νέα γενιά επιλέγει διαφορετικές μορφές διασκέδασης και καταναλώνει μικρότερες ποσότητες αλκοόλ. Εκτιμώ ότι η τάση προς πιο ελαφριά, πιο φρουτώδη κρασιά, με χαμηλότερο αλκοολικό βαθμό, και πιο εύκολα στην κατανάλωση ακόμη και σε παραδοσιακές ποικιλίες όπως το Ξινόμαυρο, αποτελεί μία από τις κατευθύνσεις που μπορούν να διατηρήσουν το ελληνικό κρασί ελκυστικό για τους νεότερους καταναλωτές.
Ως εμπορική εταιρεία δεν παρεμβαίνουμε στον τρόπο με τον οποίο οι συνεργαζόμενοι παραγωγοί διαμορφώνουν τα κρασιά τους. Μπορούμε όμως να τους μεταφέρουμε τα μηνύματα που λαμβάνουμε από την αγορά και τις εξελισσόμενες προτιμήσεις των καταναλωτών.
Η σημαντικότερη ευκαιρία για το ελληνικό κρασί εντοπίζεται στο branding.
Οι ελληνικές εξαγωγές κρασιού διαμορφώθηκαν το 2025 στα 98-99 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων περίπου 19 εκατ. ευρώ αφορούσαν τις Ηνωμένες Πολιτείες. Την ίδια περίοδο, οι εισαγωγές κρασιού στην Ελλάδα ανήλθαν σε περίπου 81-82 εκατ. ευρώ. Σε επίπεδο αξίας τα δύο μεγέθη έχουν πλέον συγκλίνει σημαντικά, όμως σε όγκο οι εισαγωγές εξακολουθούν να υπερτερούν.
Αν συγκρίνουμε την Ελλάδα με τη Χιλή, μια χώρα με αντίστοιχο περίπου πληθυσμό αλλά πολύ ισχυρότερη κρατική στήριξη προς τον αμπελοοινικό τομέα, η διαφορά είναι εντυπωσιακή. Οι εξαγωγές Χιλιανού κρασιού ξεπερνούν τα 1,3 δισ. Ευρώ για το 2025 και κυμαίνονται κατά μέσο όρο γύρω από τα 1,5 δις. Ευρώ τα τελευταία χρόνια.
Το ελληνικό κρασί δεν μπορεί να ανταγωνιστεί διεθνώς στη χαμηλή τιμή. Μπορεί όμως να διαφοροποιηθεί μέσα από την ποιότητα, τις γηγενείς ποικιλίες, το terroir και την αυθεντικότητα της προέλευσής του. Αυτή η προσπάθεια έχει ήδη ξεκινήσει να αποδίδει καρπούς και πιστεύω ότι η επόμενη πενταετία θα είναι καθοριστική τόσο για την αντιμετώπιση των προκλήσεων όσο και για την αξιοποίηση αυτής της μεγάλης ευκαιρίας.
