Της Ξανθής Γούναρη
Παρότι η ελληνική αγορά παραμένει από τις πλέον brand-driven στην Ευρώπη, η εγχώρια βιομηχανία εξελίσσεται σταδιακά σε σημαντικό παραγωγικό hub private label για τις μεγάλες αλυσίδες του εξωτερικού. Αυτό αποτυπώνεται με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο στη φετινή PLMA’s World of Private Label 2026 στο Άμστερνταμ, όπου η Ελλάδα εμφανίζεται με μία από τις ισχυρότερες και πιο πολυπληθείς παρουσίες των τελευταίων ετών.
Στη σημαντικότερη διεθνή έκθεση private label στον κόσμο συμμετέχουν 128 ελληνικές εταιρείες -χωρίς να υπολογίζονται οι τρεις διοργανωτικοί φορείς Enterprise Greece, Promo Solution και Great Trade Exhibitions and Trade- καταλαμβάνοντας τέσσερις διαφορετικές αίθουσες του εκθεσιακού κέντρου RAI Amsterdam.
Από αυτές, οι 44 συμμετέχουν για πρώτη φορά, σχεδόν μία στις τρεις, ενώ 84 επιστρέφουν, επιβεβαιώνοντας ότι για πολλές ελληνικές επιχειρήσεις η ιδιωτική ετικέτα έχει εξελιχθεί σε σταθερό εξαγωγικό εργαλείο.
H crème de la crème της ελληνικής επιχειρηματικής σκηνής, όπως οι Vivartia, που συμμετέχει με τη ΔΕΛΤΑ και την Αραμπατζής – Ελληνική Ζύμη, Μέλισσα Κίκιζας, Ελληνικά Γαλακτοκομεία (Όλυμπος) της οικογένειας Σαράντη, Κρι-Κρι, ΜΕΒΓΑΛ, Παλίρροια Σουλιώτης, Μπάρμπα Στάθης, HQF, Agrovim, Venus Growers, Nutria, Intercomm Foods, KONBA, Παπουτσάνης, Septona, Intertrade Hellas και δεκάδες ακόμη σχεδόν από ολόκληρο το φάσμα της βιομηχανίας τροφίμων, ποτών και non-food προϊόντων, δίνουν ισχυρό "παρών" στην ολλανδική πρωτεύουσα αναζητώντας στρατηγικές συνεργασίες με τις μεγαλύτερες αλυσίδες λιανεμπορίου.
Η έκθεση όπου κρίνονται τα ράφια της Ευρώπης
Η PLMA’s World of Private Label συμπληρώνει φέτος 45 χρόνια λειτουργίας και θεωρείται το κορυφαίο διεθνές σημείο συνάντησης για τον κλάδο της ιδιωτικής ετικέτας. Τα μεγέθη της αποτυπώνουν τη δυναμική του θεσμού: περισσότεροι από 3.300 εκθέτες από 80 χώρες, 16 αίθουσες, 47.000 τετραγωνικά μέτρα εκθεσιακού χώρου και πάνω από 32.000 επαγγελματίες από περισσότερες από 120 χώρες.
Στους διαδρόμους της έκθεσης κινούνται αγοραστές και στελέχη των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών αλυσίδων λιανεμπορίου, Carrefour, Tesco, Aldi, Lidl, Rewe, Ahold Delhaize, Edeka, Migros, Colruyt, Jumbo και Albert Heijn. Πρόκειται για retailers που καθορίζουν τις εξελίξεις στην ευρωπαϊκή αγορά private label και διαμορφώνουν καθημερινά εκατομμύρια καταναλωτικές επιλογές.
Η συγκυρία είναι ιδιαίτερα ευνοϊκή για τον κλάδο. Σύμφωνα με στοιχεία της NielsenIQ για λογαριασμό της PLMA, οι πωλήσεις private label στις 17 μεγαλύτερες ευρωπαϊκές αγορές αυξήθηκαν κατά 15,3 δισ. ευρώ το 2025 και έφτασαν συνολικά τα 387 δισ. ευρώ. Το μερίδιο αγοράς διαμορφώθηκε στο 38,8%, συνεχίζοντας τη σταθερή άνοδο των τελευταίων ετών.
Η ιδιωτική ετικέτα έχει πλέον πάψει να αποτελεί απλώς μια "φθηνή εναλλακτική". Σε πολλές κατηγορίες εξελίσσεται σε premium επιλογή, επενδύοντας σε καινοτομία, βιολογικά προϊόντα, λειτουργικά τρόφιμα και convenience solutions. Αυτό ακριβώς επιχειρούν να αξιοποιήσουν και οι ελληνικές εταιρείες.
Η φέτα οδηγεί την ελληνική παρουσία
Ιδιαίτερα ισχυρή είναι η παρουσία στον κλάδο των γαλακτοκομικών, με 18 εταιρείες να προβάλλουν φέτα, γιαούρτι, τυριά και γαλακτοκομικά προϊόντα.
Η Δέλτα Τρόφιμα της Vivartia εμφανίζεται με πλήρες χαρτοφυλάκιο γάλακτος, γιαουρτιού, τυριών και φυτικών προϊόντων, ενώ η Κρι-Κρι δίνει έμφαση στο στραγγιστό γιαούρτι και τις high-protein επιλογές, σε μια περίοδο όπου η διεθνής της ανάπτυξη κινείται με ρυθμούς άνω του 30%.
Δίπλα τους βρίσκονται τα Ελληνικά Γαλακτοκομεία, η ΜΕΒΓΑΛ, η Κολιός, η Εβροφάρμα, η ΝΕΟΓΑΛ και η Φάρμα Κουκάκη, αλλά και μια μεγάλη ομάδα εξειδικευμένων παραγωγών φέτας ΠΟΠ, όπως οι Ρούσσας Dairy, Χώτος, Κίσσας, Νίκζας και Τζαφέττας.
Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι τουλάχιστον επτά ελληνικές εταιρείες παρουσιάζουν βιολογική φέτα ΠΟΠ, ακολουθώντας τη διεθνή τάση για premium και organic private label σειρές.
Η ελληνική φέτα παραμένει ένα από τα ισχυρότερα εξαγωγικά "διαβατήρια" της χώρας, ιδίως στις αγορές της Βόρειας Ευρώπης, όπου οι retailers αναζητούν αυθεντικά μεσογειακά προϊόντα με σταθερή ποιότητα και ανταγωνιστικό κόστος παραγωγής.
Ελιές και ελαιόλαδο με premium στόχευση
Εξίσου δυναμική είναι η παρουσία στις ελιές και το ελαιόλαδο. Περίπου 20 εταιρείες εκθέτουν ελιές Καλαμών, Χαλκιδικής, Άμφισσας και θρούμπες σε όλες τις πιθανές μορφές συσκευασίας, στοχεύοντας τόσο στα σούπερ μάρκετ όσο και στο foodservice, ενώ περίπου δέκα παρουσιάζουν ως βασικό προϊόν το ελαιόλαδο.
Με ισχυρή παρουσία από τη Μεσσηνία, τη Χαλκιδική, τη Στερεά Ελλάδα και την Κρήτη, εταιρείες όπως οι Mani Foods, Medolio, Κωνσταντόπουλος (Olymp), Sparta Gourmet, Agro.Vi.M., Elasion και Myst Ultra Premium Food & Co επενδύουν σε premium extra virgin ελαιόλαδα, βιολογικές πιστοποιήσεις και προϊόντα ΠΟΠ/ΠΓΕ.
Μπισκότα, snacks και ένας "αθόρυβος" εξαγωγικός πρωταθλητής
Πάνω από 20 εταιρείες καλύπτουν τον κλάδο γλυκών, μπισκότων, ταχινιού, ξηρών καρπών, δημητριακών και snacks. Από τη Βικελίδης Χρυσανθίδης και τη Haitoglou Bros μέχρι τις Elbisco, Tottis-Bingo, Violanta, Candia Nuts, Dryfo, Quartet και Relkon, η ελληνική παρουσία καλύπτει σχεδόν όλο το εύρος των σύγχρονων snacking τάσεων.
Παράλληλα, εννέα εταιρείες εκπροσωπούν τον λιγότερο προβεβλημένο αλλά ιδιαίτερα εξαγωγικό κλάδο των κονσερβοποιημένων φρούτων: Kronos, Danais, Venus Growers, ΑΛ.Μ.ΜΕ, ΕΛΒΑΚ και άλλες επιχειρήσεις της Βόρειας Ελλάδας, που εδώ και δεκαετίες τροφοδοτούν τις ευρωπαϊκές αγορές με ροδάκινα, αχλάδια και κοκτέιλ φρούτων.
Ξεχωριστή περίπτωση αποτελεί η Escarcom, που συνδυάζει κατεψυγμένα φρούτα και κονσερβοποιημένα σαλιγκάρια, ένα niche προϊόν με σταθερή ζήτηση στις γαλλόφωνες αγορές.
Από τις πίτες μέχρι τα plant-based γεύματα
Η κατηγορία των convenience foods αποτελεί ακόμη ένα πεδίο όπου οι ελληνικές εταιρείες επιχειρούν να ενισχύσουν τη διεθνή παρουσία τους.
Οι Μιχ. Αραμπατζής, Ιωνική Σφολιάτα, Hellenic Quality Foods, Χωριάτικη Ζύμη και άλλες εταιρείες κατεψυγμένης ζύμης παρουσιάζουν πίτες, flatbreads και φύλλα, σε μια αγορά όπου η ζήτηση για έτοιμες μεσογειακές λύσεις παραμένει ισχυρή.
Παράλληλα, εταιρείες όπως η Παλίρροια Σουλιώτης, η Μπάρμπα Στάθης, η Κομπατσιάρης, η Μητσόπουλος Farm και η Νικολοπούλου Foods επενδύουν σε έτοιμα γεύματα, ethnic προϊόντα και plant-based προτάσεις, επιχειρώντας να αξιοποιήσουν τις νέες διατροφικές τάσεις της ευρωπαϊκής αγοράς.
Βαλσαμικό μέχρι functional drinks και μπύρες
Σημαντική είναι και η παρουσία σε πιο εξειδικευμένες κατηγορίες. Στα ξύδια και condiments, οι Aigre, Παν Ζαφειρόπουλος, Galaxy Foods και Condito προσφέρουν από βαλσαμικό και μηλόξυδο μέχρι vegan mayo και sauces.
Στα προϊόντα τομάτας, ρυζιού, οσπρίων και ζυμαρικών κινούνται οι Damavand, ΖΑΝΑΕ, Omega, Αρναουτέλης, Agrotis και Μέλισσα Κίκιζας, ενώ στα τουρσί και τα dips συμμετέχουν οι Δήμητρα, Τσατσούλης, Campus, Άλφα Γεύση και Medbest.
Στον καφέ, το τσάι και τα μπαχαρικά εμφανίζονται η Γεώργιος Κατσίφας και η Myst Ultra Premium, ενώ μοναδική εκπρόσωπος του κλάδου κονσερβοποιημένων ψαριών παραμένει η Κονσερβοποιία Βορείου Αιγαίου (KONBA).
Στα ποτά, η Ζυθοποιία Μακεδονίας Θράκης, η Ελληνική Ζυθοποιία Ατάλαντης και η Κουρτίδης στρέφονται σε premium μπύρες, iced tea, αναψυκτικά, energy drinks και functional beverages — κατηγορίες που αναπτύσσονται ταχύτατα στα ευρωπαϊκά private label.
Η "αφανής" δύναμη του non-food
Από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές της ελληνικής συμμετοχής είναι η ισχυρή παρουσία non-food εταιρειών. Περίπου 20 επιχειρήσεις εκθέτουν προϊόντα προσωπικής φροντίδας, χαρτικά, απορρυπαντικά και είδη υγιεινής — μια κατηγορία όπου το private label εμφανίζει διαχρονικά υψηλή διείσδυση στην Ευρώπη.
Στα καλλυντικά και την προσωπική φροντίδα συμμετέχουν οι Septona, Παπουτσάνης, Cream Team (Dust+Cream), Farcom, Veral και Freshcare. Στα απορρυπαντικά και τα οικιακά καθαριστικά οι Eco Planet, Lavtis και Nilo, ενώ στα χαρτικά οι Personal Care (Regina Paper) και Intertrade Hellas.
Παράλληλα, εταιρείες όπως η Mediform, η Cyclops, η Arapos International, η Bitos-Flex και η Geohellas καλύπτουν πιο εξειδικευμένες κατηγορίες, από είδη υγιεινής και πλαστικά οικιακά μέχρι αλουμινόχαρτο, σφουγγάρια και άμμο γάτας.
Πρόκειται για έναν λιγότερο προβεβλημένο αλλά ιδιαίτερα εξωστρεφή τομέα της ελληνικής βιομηχανίας, ο οποίος βασίζεται στην ευελιξία παραγωγής και στις μικρότερες αποστάσεις εφοδιασμού σε σχέση με ασιατικούς ανταγωνιστές.
Η αντίφαση της ελληνικής αγοράς
Το παράδοξο είναι ότι η εντυπωσιακή εξωστρέφεια των ελληνικών επιχειρήσεων αναπτύσσεται απέναντι σε μια εγχώρια αγορά private label που παραμένει συγκριτικά υποτονική.
Στην Ελλάδα, το μερίδιο της ιδιωτικής ετικέτας διαμορφώνεται μόλις στο 23,9% σε αξία, πολύ χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 38,8%. Οι πωλήσεις private label ανήλθαν το 2025 σε 3,1 δισ. ευρώ, έναντι 9,7 δισ. ευρώ για τα επώνυμα προϊόντα — μία από τις ισχυρότερες επιδόσεις brands στην Ευρώπη.
Την ίδια στιγμή όμως, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις ταχύτερα αναπτυσσόμενες αγορές private label στην ήπειρο, με αύξηση 6,5% το 2025.
Σε μια Ευρώπη όπου το private label παύει να είναι "φθηνή εναλλακτική" και μετατρέπεται σε στρατηγικό εργαλείο των retailers, οι ελληνικές εταιρείες δεν αναζητούν πλέον μόνο εξαγωγές. Αναζητούν μόνιμη θέση στο ευρωπαϊκό ράφι.
Φωτογραφία: @PLMA