Ο Διευθύνων Σύµβουλος της EY Ελλάδος , Γιώργος Παπαδηµητρίου, µε αφορµή τη συµπλήρωση 100 ετών παρουσίας της ΕΥ στη χώρα µας, µιλά εφ’ όλης της ύλης για την οικονοµία, τους γεωπολιτικούς κινδύνους, την τεχνητή νοηµοσύνη και το νέο παραγωγικό µοντέλο.
Σε µια χρονική συγκυρία όπου η γεωπολιτική αστάθεια, η ενεργειακή αβεβαιότητα και η τεχνητή νοηµοσύνη αναδιαµορφώνουν ταχύτατα το περιβάλλον, ο κ. Παπαδηµητρίου, περιγράφει τις µεγάλες προκλήσεις αλλά και τις ευκαιρίες που ανοίγονται για την ελληνική οικονοµία και τις επιχειρήσεις.
Στη συνέντευξη που παραχώρησε στο "Forbes", ο κ. Παπαδηµητρίου αναλύει το πώς η ελληνική οικονοµία µπορεί να θωρακιστεί απέναντι σε εξωγενείς κραδασµούς, γιατί ο γεωπολιτικός παράγοντας πρέπει πλέον να αποτελεί οργανικό µέρος της εταιρικής στρατηγικής και µε ποιον τρόπο οι επιχειρήσεις καλούνται να χτίσουν ανθεκτικότητα σε ένα σκηνικό διαρκών ανατροπών.
Παράλληλα, αναφέρεται στον ρόλο της τεχνητής νοηµοσύνης ως δύναµης συνολικού µετασχηµατισµού, στις µεταρρυθµίσεις που εξακολουθεί να χρειάζεται η χώρα, αλλά και στις προϋποθέσεις για ένα νέο παραγωγικό µοντέλο που θα στηρίζεται στην εξωστρέφεια, την καινοτοµία, τη βιωσιµότητα και, πάνω απ’ όλα, στην επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο. Στη συζήτηση ανοίγει, επιπλέον, τη µεγάλη εικόνα για την εµπιστοσύνη, το ταλέντο και την ηγεσία, αναδεικνύοντας την ανάγκη οι οργανισµοί να περάσουν από τη διαχείριση της αβεβαιότητας στη δηµιουργία µακροπρόθεσµης αξίας.
Συνέντευξη στον ΣΤΑΘΗ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟ
Οι συνέπειες της γεωπολιτικής κρίσης παραµένουν αβέβαιες για την οικονοµία και, σε µεγάλο βαθµό, συνδέονται µε τη διάρκεια των συγκρούσεων. Πόσο εκτεθειµένη είναι η ελληνική οικονοµία σε αυτό το περιβάλλον και ποιους κινδύνους θεωρείτε πιο κρίσιµους;
Πιστεύω ότι δεν είµαστε ακόµη σε θέση να εκτιµήσουµε –και να αντιληφθούµε– το πλήρες µέγεθος του αντίκτυπου όσων συµβαίνουν στη Μέση Ανατολή, τόσο στην παγκόσµια, όσο και στην ελληνική οικονοµία, ακόµη και στο "ευµενές" σενάριο µιας γρήγορης αποκλιµάκωσης. Οι αγγλόφωνοι λένε "brace for impact" και θα πρέπει να αναµένουµε έναν γενικότερο αντίκτυπο, ο οποίος ξεκινά από τις τιµές ενέργειας.
Μπορεί οι περισσότεροι να εστιάζουν στην εξέλιξη των τιµών του πετρελαίου, αλλά η παρούσα κρίση είναι και κρίση φυσικού αερίου. Αυτό συµβαίνει καθώς οι τιµές του ρεύµατος στην Ευρώπη και την Ασία καθορίζονται από την τιµή του φυσικού αερίου. Έτσι, το αέριο γίνεται ο "κρυφός πληθωριστής", κλειδώνοντας τις τιµές ηλεκτρισµού σε υψηλότερα επίπεδα, που επηρεάζουν, προφανώς, επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Οι εφοδιαστικές αλυσίδες του LNG, αυτή τη στιγµή, είναι εξαιρετικά δύσκαµπτες και οι διαταραχές στα Στενά του Ορµούζ ή στις περιφερειακές υποδοµές, όπως του Κατάρ, στην τρέχουσα συγκυρία, δηµιουργούν άµεσες προκλήσεις και πιέσεις στις σχετικές τιµές.
Όσον αφορά στις επιπτώσεις σε κλάδους-κλειδιά της ελληνικής οικονοµίας, θα έχουµε πιθανότατα αντίκτυπο στον τουρισµό, καθώς η ενίσχυση του πληθωρισµού, η γεωπολιτική αβεβαιότητα, τα αυξηµένα αεροπορικά εισιτήρια και η αστάθεια της αγοράς κρατήσεων αναµένεται να επηρεάσουν τη διάθεση και τη δυνατότητα για ταξίδια. Υπάρχει και µία θετική "ανάγνωση", από την άλλη πλευρά: παρά την εγγύτητα στις περιοχές έντασης, η Ελλάδα εξακολουθεί να θεωρείται σηµαντικά ασφαλέστερη από γειτονικές, ανταγωνίστριες χώρες.
Η µεταποίηση αναµένουµε να επηρεαστεί επίσης –ιδιαίτερα οι πιο ενεργειακά απαιτητικές βιοµηχανίες– ενώ η αγροτική παραγωγή µπορεί να πληγεί από ελλείψεις και ανατιµήσεις στα λιπάσµατα και τις αυξήσεις στο κόστος της ενέργειας. Η ναυτιλία θα ωφεληθεί από την αύξηση των ναύλων, αλλά θα αντιµετωπίσει, παράλληλα, αυξηµένα ασφάλιστρα και κινδύνους ασφαλείας. Σε ό,τι αφορά στην κατανάλωση δε, ο συνδυασµός οικονοµικής αβεβαιότητας και πληθωριστικών πιέσεων, προφανώς, οδηγεί σε διάθεση περιορισµού των δαπανών.
Πρόσφατη ανάλυση της EY-Parthenon –του βραχίονα εταιρικής στρατηγικής της EY– για την ελληνική οικονοµία εκτιµά ότι ο γενικός πληθωρισµός στην Ελλάδα προβλέπεται να επιταχυνθεί στο 3,0% το 2026, κυρίως καθοδηγούµενος από την αύξηση των τιµών της ενέργειας που φέρνει ο πόλεµος και οι συνέπειές του. Στην περίπτωση, ωστόσο, ενός δυσµενούς σεναρίου παρατεταµένης διακοπής της ναυσιπλοΐας στο Ορµούζ και επίµονα υψηλών τιµών ενέργειας, ο πληθωρισµός στην Ελλάδα θα µπορούσε να αυξηθεί και περισσότερο µέσα στη χρονιά.
Παρά την αρχική επίπτωση, ωστόσο, εκτιµούµε ότι η βελτιωµένη δηµοσιονοµική θέση και τα θεµελιώδη της ελληνικής οικονοµίας προσφέρουν κάποια περιθώρια ελιγµών για την ελάφρυνση των πιέσεων που ασκεί το κόστος ενέργειας σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, απορροφώντας κάποιους από τους βραχυπρόθεσµους κραδασµούς της κρίσης αυτής.
Είναι οι ελληνικές επιχειρήσεις επαρκώς "θωρακισµένες" απέναντι σε ενδεχόµενες διαταραχές που µπορεί να προκύψουν, από το ενεργειακό κόστος έως τις εφοδιαστικές αλυσίδες, και ποιες είναι οι αποφάσεις που θα πρέπει να λάβουν ώστε να ξεπεράσουν ένα σοκ που ενδεχοµένως θα ακολουθήσει;
Μιλούσαµε και µιλάµε πολύ –και δικαίως!– για τον µετασχηµατισµό, την καινοτοµία και την τεχνητή νοηµοσύνη, αλλά, στο περιβάλλον πολυκρίσης και διαρκών τεκτονικών αλλαγών και ανατροπών που βιώνουµε τα τελευταία χρόνια, οι επιχειρήσεις οφείλουν να ενσωµατώσουν και τον γεωπολιτικό παράγοντα στην εταιρική τους στρατηγική και να αξιολογούν διαρκώς τους αναδυόµενους κινδύνους.
Δεν υπάρχει ένα συγκεκριµένο playbook, αλλά η στρατηγική οικοδόµησης ανθεκτικότητας σε αυτές τις συνθήκες δοµείται σε τρεις βασικούς πυλώνες.
Αρχικά, σε ένα τέτοιο περιβάλλον απαιτείται γενικότερα µια µεγαλύτερη στρατηγική ευελιξία, η οποία περιλαµβάνει τη δυνατότητα αξιολόγησης διάφορων πιθανών σεναρίων και πιθανών επιπτώσεων αλλά και προετοιµασία διαφορετικών επιλογών, µε βάση την πραγµατικότητα που θα εξελιχθεί. Τα σενάρια αυτά πρέπει να περιλαµβάνουν γεωστρατηγικά δεδοµένα και προβλέψεις, διότι πλέον, όπως βλέπουµε, επηρεάζουν έντονα την οικονοµία και τις αγορές. Προφανώς, τα στατικά και µεσοµακροπόθεσµα πλάνα δεν είναι χρήσιµα σε µια τέτοια περίοδο, καθώς οι υποθέσεις τους έρχονται σε σύγκρουση µε την πραγµατικότητα, η οποία εξελίσσεται µε ταχύτατους ρυθµούς.
Πέρα από τη γενικότερη προσέγγιση, προφανώς απαιτείται να δοθεί έµφαση στη διαφοροποίηση και τον επανασχεδιασµό των αλυσίδων εφοδιασµού, ενώ θα πρέπει να επανεξεταστούν και οι αγορές στις οποίες απευθύνονται οι επιχειρήσεις, µε στροφή σε πιο "φιλικές" και "προβλέψιµες" αγορές. Τέλος, είναι σηµαντικό να δοθεί προσοχή και στην προσπάθεια διαχείρισης των χρηµατοοικονοµικών κινδύνων που συνδέονται µε την έκθεση σε τιµές ενέργειας, ώστε οι επιχειρήσεις να χτίσουν όσο µεγαλύτερη ανθεκτικότητα γίνεται µέσα σε ένα περιβάλλον έντονης µεταβλητότητας, χρησιµοποιώντας και χρηµατοοικονοµικά εργαλεία αντιστάθµισης σχετικών κινδύνων.
Ωστόσο, δεν είναι όλα αποκλειστική ευθύνη των εταιρειών. Αφού ο γεωπολιτικός παράγοντας, από τη φύση του, δεν σταθµίζεται εύκολα, πρέπει και η Πολιτεία να διαδραµατίσει τον δικό της ρόλο. Έτσι, παράλληλα µε την έµφαση στην έκτακτη στήριξη, που είναι οπωσδήποτε σηµαντική, πρέπει να υπάρχει εστίαση σε κάθε δυνατότητα για προαγωγή ενός πιο σταθερού και προβλέψιµου περιβάλλοντος. Η αξία ενός τέτοιου περιβάλλοντος σε συνθήκες γεωπολιτικής αστάθειας είναι προφανώς πολλαπλάσια σε σχέση µε κάθε άλλη περίοδο.

Τα τελευταία χρόνια η ελληνική οικονοµία έχει περάσει σε µια φάση συστηµατικής ανάπτυξης, όµως δεν λείπουν οι προκλήσεις. Θεωρείτε ότι υπάρχουν εγγενείς αδυναµίες σε µεταρρυθµιστικό επίπεδο, και ποιες είναι αυτές; Πώς θα πρέπει να αναδιαµορφωθεί το παραγωγικό µοντέλο της χώρας, ώστε να διατηρηθεί αυτή η ανάπτυξη;
Δεν υπάρχει αµφιβολία ότι τα τελευταία χρόνια έχουν προχωρήσει σηµαντικές µεταρρυθµίσεις, µε χαρακτηριστικά παραδείγµατα την ψηφιοποίηση του Δηµοσίου και των φορολογικών µηχανισµών. Υπάρχουν, ωστόσο, τοµείς µε µεγάλα περιθώρια για πρόοδο, που όµως εξακολουθούν να αποτελούν τροχοπέδη για τις επενδύσεις και την ανάπτυξη, όπως η ταχύτητα απονοµής της δικαιοσύνης ή οι αδειοδοτικές διαδικασίες, ιδιαίτερα για τη βιοµηχανία.
Παρ’ όλα αυτά, η µετάβαση στο νέο παραγωγικό µοντέλο που χρειάζεται η οικονοµία µας δεν θα προκύψει µόνο από τις µεταρρυθµίσεις που οφείλει να δροµολογήσει η Πολιτεία. Αναφέροµαι σε ένα παραγωγικό µοντέλο που θα στηρίζεται στην εξωστρέφεια, την ενσωµάτωση της ψηφιακής τεχνολογίας και καινοτοµίας, τη µετάβαση στην κυκλική οικονοµία και τη βιώσιµη ανάπτυξη, και την ενίσχυση και αξιοποίηση του πολυτιµότερου κεφαλαίου της χώρας: του ανθρώπινου δυναµικού µας. Η µετάβαση στο νέο αυτό παραγωγικό πρότυπο είναι ευθύνη και του ιδιωτικού τοµέα, µε τις επιχειρήσεις να πρέπει να κάνουν πιο τολµηρά βήµατα προς αυτή την κατεύθυνση.
Το ζήτηµα των µεταρρυθµίσεων είναι κάτι που µας απασχολεί ιδιαίτερα και στην EY. Σε αυτή την κατεύθυνση, εκπονούµε αυτό το διάστηµα µελέτη µαζί µε το ΙΟΒΕ για τις µεγαλύτερες µεταρρυθµίσεις της τελευταίας δεκαετίας, µε στόχο να διερευνήσουµε στη συνέχεια ποιες είναι οι πιο σηµαντικές που θα πρέπει να γίνουν στα επόµενα χρόνια. Αναµένουµε να παρουσιάσουµε τις προτάσεις µας µέσα στο 2026.
Υπάρχει έντονη ανησυχία ότι η τεχνητή νοηµοσύνη θα οδηγήσει σε απώλεια θέσεων εργασίας. Πόσο βάσιµος είναι αυτός ο φόβος και πώς εκτιµάτε ότι θα επηρεαστεί τελικά η αγορά;
Σε ένα περιβάλλον που αλλάζει ταχύτατα και γίνεται όλο και πιο αβέβαιο, λόγω της τεχνολογίας και της τεχνητής νοηµοσύνης, είναι κρίσιµο να κρατήσουµε τον άνθρωπο στο επίκεντρο. Η τεχνολογία δηµιουργεί µεγάλες νέες δυνατότητες, όµως, ταυτόχρονα, προκαλεί και εύλογες ανησυχίες, ιδιαίτερα στους νέους που ετοιµάζονται να µπουν στην αγορά εργασίας. Και αυτό γιατί, συχνά, τα µηνύµατα που εκπέµπονται γύρω µας, παραδόξως, δεν εστιάζουν στις µεγάλες ευκαιρίες και δυνατότητες της τεχνολογίας, αλλά στις αρνητικές επιδράσεις της – ιδιαίτερα, δε, σε αυτές που αφορούν στην υποκατάσταση θέσεων εργασίας, ειδικά entry level, που απευθύνονται, µοιραία, στους πιο νέους ηλικιακά.
Είναι ευθύνη µας, λοιπόν, ως επικεφαλής οργανισµών και ηγέτες ανθρώπων, να δώσουµε ένα ρεαλιστικό, αλλά αισιόδοξο όραµα, δείχνοντας πώς η τεχνητή νοηµοσύνη µπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο ενδυνάµωσης, και όχι αντικατάστασης της ανθρώπινης προσπάθειας, και προωθώντας δεξιότητες όπως η ενσυναίσθηση, η κριτική ικανότητα αλλά και άλλες που δεν θα υποκατασταθούν ποτέ από την τεχνητή νοηµοσύνη.
Είµαι πεπεισµένος ότι, µεσοπρόθεσµα, το AI θα αποτελέσει σηµαντική δύναµη µετασχηµατισµού, µε τεράστιες νέες δυνατότητες. Θα πρέπει, όµως, σίγουρα, να σκεφτούµε όλοι περισσότερο τι χρειάζεται να κάνουµε σε αυτή την πρώτη φάση µετάβασης, όπου, µαζί µε τις δυνατότητες, καλούµαστε να διαχειριστούµε και τις σηµαντικές προκλήσεις που θα συνοδεύσουν τη διάχυση της τεχνητής νοηµοσύνης στην οικονοµία και κοινωνία.
Η τεχνητή νοηµοσύνη βρίσκεται στο επίκεντρο της παγκόσµιας συζήτησης για το µέλλον των επιχειρήσεων, µε τον αντίκτυπό της να γίνεται ολοένα και πιο ορατός. Πόσο κοντά είµαστε σε ένα σηµείο καµπής που θα αλλάξει ουσιαστικά τον τρόπο λειτουργίας και λήψης αποφάσεων των οργανισµών; Οι ελληνικές επιχειρήσεις δείχνουν σήµερα ουσιαστικό ενδιαφέρον για την τεχνητή νοηµοσύνη και σε ποιο βαθµό το ενδιαφέρον αυτό µεταφράζεται σε ουσιαστικές επενδύσεις;
Σωστά παρατηρείτε, κύριε Βασιλόπουλε, ότι η υιοθέτηση της τεχνητής νοηµοσύνης δεν θα οδηγήσει µόνο σε βελτίωση της παραγωγικότητας, αλλά θα αλλάξει, συγχρόνως, τον τρόπο που λειτουργεί και λαµβάνει αποφάσεις η επιχείρηση και πώς δηµιουργεί αξία το ανθρώπινο κεφάλαιό της.
Σύµφωνα µε την έρευνα EY Entrepreneurship Barometer Ελλάδα 2025, που παρουσιάσαµε πέρυσι, οι Έλληνες επιχειρηµατίες κατανοούν αυτή την ευκαιρία και αναγνωρίζουν τον καταλυτικό ρόλο της τεχνητής νοηµοσύνης στον µετασχηµατισµό των επιχειρήσεών τους. Ωστόσο, µέχρι σήµερα, δεν έχουν προχωρήσει παρά σε περιορισµένες επενδύσεις για την αξιοποίησή της. Η ταχύτητα µε την οποία εξελίσσεται η τεχνολογία, και ο ρυθµός υιοθέτησής της παγκοσµίως, επιβάλλει να κινηθούµε µε πολύ πιο γρήγορους ρυθµούς.
Πρέπει να καταλάβουµε ότι η τεχνητή νοηµοσύνη δεν είναι απλώς ένα ακόµη productivity tool. Εισάγει έναν νέο τρόπο σκέψης: αντί να ρωτάµε "πώς κάνουµε αυτή τη διαδικασία 25% πιο γρήγορη", περνούµε, πλέον, στη λογική του "γιατί υπάρχει αυτή η διαδικασία σε αυτή τη µορφή;" και "πώς µπορώ να δηµιουργήσω κάτι νέο και πιο αποτελεσµατικό χωρίς τους περιορισµούς που υπήρχαν όταν αρχικά δηµιουργήθηκαν κάποιες συγκεκριµένες διαδικασίες". Ο πραγµατικός αντίκτυπος του AI, λοιπόν, για τις επιχειρήσεις είναι ότι µας δίνει τη δυνατότητα να επιστρέψουµε στο "µηδέν", ανασχεδιάζοντας λειτουργίες και διαδικασίες από την αρχή, µε ταχύτητα, ευελιξία και τρόπο που δεν θα ήταν εφικτός πριν από λίγα χρόνια. Το αποτέλεσµα δεν είναι απλώς ποσοστιαίες βελτιώσεις, αλλά ολικός µετασχηµατισµός του τρόπου που δηµιουργούµε αξία.
Αυτή τη στιγµή, δεν έχουµε την πολυτέλεια να παρακολουθούµε τις αλλαγές αυτές ως θεατές. Οφείλουµε να προσπαθήσουµε να τις εµπεδώσουµε και να τις ενσωµατώσουµε στο DNA µας – να τις "µεταβολίσουµε", αν θέλετε! Επενδύοντας σε γνώση, τεχνολογία, καινοτοµία και, πολύ περισσότερο, στον άνθρωπο.
Σε ένα περιβάλλον διαρκούς αστάθειας, ο µετασχηµατισµός δεν είναι πλέον επιλογή, αλλά προϋπόθεση επιβίωσης. Τι διαφοροποιεί, κατά τη γνώµη σας, τις επιχειρήσεις που καταφέρνουν να προσαρµόζονται έγκαιρα από εκείνες που µένουν πίσω;
Tο 2013, κατά την εξαγορά της µονάδας τηλεφωνίας της Nokia από τη Microsoft, ο τότε CEO της φινλανδικής εταιρείας είχε δηλώσει: "Δεν κάναµε τίποτε λάθος, αλλά µε κάποιο τρόπο... χάσαµε". Πίσω από αυτή τη φράση κρύβεται η παραδοχή ότι απέτυχε να διαβάσει τι έρχεται, ακολουθώντας την παραπλανητική ασφάλεια του business as usual, σε ένα περιβάλλον που είχε αρχίσει µόλις να αλλάζει δραµατικά.
Συνεπώς, αυτό που διαφοροποιεί όσους προσαρµόζονται από αυτούς που µένουν πίσω είναι, κυρίως, η ικανότητα να παρακολουθείς και να αποκρυπτογραφείς τις εξελίξεις. Και, µαζί µε αυτό, να µπορείς να διαµορφώνεις ένα όραµα για το αύριο και να το µεταδίδεις πειστικά στους ανθρώπους σου, καλλιεργώντας εµπιστοσύνη στην αλλαγή.
Και αυτό γιατί ο µετασχηµατισµός δεν είναι απλώς η βελτίωση του υπάρχοντος µοντέλου λειτουργίας, αλλά η ριζική επανεξέτασή του, µε αλλαγές σε επιχειρησιακές λειτουργίες, τεχνολογίες, οργανωτικές δοµές και εταιρική κουλτούρα. Προϋποθέτει µια ολιστική προσέγγιση, µέσω της οποίας ένας οργανισµός ενσωµατώνει µε ταχείς ρυθµούς νέες τεχνολογίες, όπως το AI, και προωθεί την καινοτοµία σε ευρεία κλίµακα, θέτοντας τον άνθρωπο στο επίκεντρο των αλλαγών.
Ένα από τα σηµαντικότερα ευρήµατα σχετικής µας έρευνας πριν από τρία χρόνια σε επιχειρήσεις στη χώρα µας ήταν ότι οι σηµαντικότερες προκλήσεις κατά τη διάρκεια ενός προγράµµατος µετασχηµατισµού, που συχνά οδηγούν στην αποτυχία του, συνδέονται µε το ανθρώπινο δυναµικό. Χρειάζεται, συνεπώς, η ενεργή συµµετοχή του συνόλου των εργαζόµενων στο εγχείρηµα, και αυτό προϋποθέτει να κατανοήσουν και να ενστερνιστούν το όραµα, τους στόχους και το επιδιωκόµενο αποτέλεσµα – να κάνουν το "buy in" και να αγκαλιάσουν τη διαδικασία της αλλαγής.

Ποιες δεξιότητες θεωρείτε ότι θα είναι καθοριστικές για τους επαγγελµατίες και τους ηγέτες της επόµενης δεκαετίας, σε ένα περιβάλλον όπου η εξέλιξη της τεχνολογίας επαναπροσδιορίζει συνεχώς τους ρόλους;
Eίναι γεγονός ότι, στο σηµερινό περιβάλλον, αυτό που στη γλώσσα των επιχειρήσεων ονοµάζουµε "job description" συνεχώς αλλάζει, καθώς η τεχνητή νοηµοσύνη και οι υπόλοιπες τεχνολογικές εξελίξεις "συντρίβουν" παραδοχές δεκαετιών για τα επαγγέλµατα και τους ρόλους. Εποµένως, εκτός από την ενσωµάτωση νέων τεχνολογιών, οι επιχειρήσεις πρέπει να στραφούν στο να αναπτύξουν ανθρώπους που µαθαίνουν γρήγορα, προσαρµόζονται ευέλικτα και µετατρέπουν κάθε αλλαγή σε αξία.
Για τους επαγγελµατίες που θέλουν να ξεχωρίσουν, καθοριστική θα είναι η κριτική σκέψη, καθώς καθηµερινά θα πρέπει να ξεχωρίζουν το "εύκολο" και το "εντυπωσιακό" από το πραγµατικά "χρήσιµο". Θα καλούνται, λοιπόν, να κάνουν τις κατάλληλες ερωτήσεις, να αξιολογούν την ποιότητα των απαντήσεων της τεχνητής νοηµοσύνης και να µην αφήνουν τυφλά τα εργαλεία να "σκέφτονται" αντί για εκείνους. Φυσικά, εξίσου σηµαντική είναι και η επικοινωνία, καθώς η δυνατότητα για ουσιαστική συνεργασία θα γίνεται ακόµη πιο σηµαντική και, παράλληλα, οι επαγγελµατίες θα κληθούν να εξηγούν µε απλό τρόπο σε πελάτες, συνεργάτες και άλλα ενδιαφερόµενα µέρη πώς παράγουν προστιθέµενη αξία µέσα από αυτές τις αλλαγές.
Για τους ηγέτες, από την άλλη πλευρά, το µεγάλο στοίχηµα είναι το λεγόµενο "transformational mindset". Δηλαδή, να µπορούν να κατευθύνουν οργανισµούς που µετασχηµατίζονται συνεχώς, και να συνδυάζουν πειθαρχία κόστους µε επενδύσεις που ανεβάζουν παραγωγικότητα. Παράλληλα, πρέπει να τοποθετούν τους ανθρώπους τους στο επίκεντρο, προσφέροντάς τους διαφάνεια, σαφήνεια, αυτοπεποίθηση και ασφάλεια να καινοτοµήσουν. Εξάλλου, σύµφωνα µε πρόσφατο βαρόµετρο της EY σε CEOs από όλο τον κόσµο, η εµπιστοσύνη των ηγετών των επιχειρήσεων στο ταλέντο και την τεχνολογία παραµένει ισχυρή παρά τη µακροοικονοµική αβεβαιότητα, δείχνοντας πως η αξία βρίσκεται εκεί όπου θα "ενωθούν" άνθρωπος και τεχνολογία.
Η συζήτηση για το brain drain φαίνεται να µετατοπίζεται τα τελευταία χρόνια προς το brain regain. Ποιες προϋποθέσεις πρέπει να πληροί µια οικονοµία όπως η ελληνική για να προσελκύσει και, κυρίως, να διατηρήσει ανθρώπινο δυναµικό υψηλής εξειδίκευσης; Μπορεί η χώρα µας να σταθεί επαρκώς στον διεθνή ανταγωνισµό για διακράτηση ταλέντου, σε µια εποχή µάλιστα όπου η κινητικότητα των εργαζοµένων αυξάνεται;
H συζήτηση έχει επικεντρωθεί στα κίνητρα που πρέπει να προσφέρει η Πολιτεία για την προσέλκυση και τον επαναπατρισµό του ταλέντου. Προφανώς, τα κίνητρα έχουν την αξία τους και υπάρχουν αρκετά σήµερα, όπως, ενδεικτικά, τα φορολογικά κίνητρα για µισθωτούς και επαγγελµατίες, η µείωση των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης για µισθωτούς, η Digital Nomad Visa, τα Family Offices και τα φορολογικά κίνητρα σε angel investors. Αυτά τα εντοπίσαµε και τα καταγράψαµε λεπτοµερώς σε µελέτη µας µε το BrainReGain - Ελληνισµός Εν Δράσει, πριν δύο χρόνια – ένα ολοκληρωµένο εργαλείο για τις Ελληνίδες και τους Έλληνες του εξωτερικού που σκέφτονται να επιστρέψουν στην πατρίδα τους.
Εγώ, όµως, θα ήθελα να σταθώ στις ευθύνες της επιχειρηµατικότητας: για να αποφασίσει ένας νέος επαγγελµατίας να αναπτύξει µια καριέρα στην Ελλάδα, πρέπει, εκτός από τις απολαβές, να αισθανθεί ότι έχει προοπτικές εξέλιξης, ότι δεν υπάρχει µια γυάλινη οροφή που θα τον εµποδίσει από το να φτάσει στην κορυφή, ότι δεν θα αγνοηθεί η αξία του επειδή δεν έχει τις κατάλληλες επαφές ή διασυνδέσεις και ότι θα έχει ισορροπία. Αυτό προϋποθέτει ένα περιβάλλον ουσιαστικής αξιοκρατίας, ίσων ευκαιριών και συµπερίληψης. Προϋποθέτει, ακόµη, διαρκή εκπαίδευση για να µπορέσει ο εργαζόµενος να αξιοποιήσει τις δυνατότητές του και αυτές που του παρέχει η σύγχρονη τεχνολογία.
Στο δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας θα απαντήσω θετικά. Σήµερα η χώρα µας προσελκύει επενδύσεις, ιδιαίτερα στον τοµέα της τεχνολογίας και της πληροφορικής και στις επαγγελµατικές υπηρεσίες, αυξάνοντας τη ζήτηση για ανθρώπινο δυναµικό υψηλής εξειδίκευσης. Μπορεί να εξασφαλίσει, επίσης, µια ποιότητα ζωής που άλλες χώρες δεν παρέχουν. Αν δηµιουργήσουµε τις κατάλληλες συνθήκες, είναι στο χέρι µας να αξιοποιήσουµε την αυξανόµενη κινητικότητα των εργαζοµένων προς όφελος της χώρας.
Στην παρούσα συγκυρία, ποια θεωρείτε ότι είναι εκείνα τα βασικά στοιχεία που διαµορφώνουν την εµπιστοσύνη µεταξύ επιχειρήσεων, πελατών και κοινωνίας και πώς µπορεί να αξιοποιηθούν ως ανταγωνιστικό πλεονέκτηµα για να δηµιουργήσουν αξία;
H εµπιστοσύνη είναι, πράγµατι, κορυφαίο ζητούµενο από τους καταναλωτές, όπως ανέδειξε και η πρόσφατη καταναλωτική µας έρευνα για το 2025. Η εµπιστοσύνη προς τις επιχειρήσεις και τα brands κερδίζεται µέσα από την προσήλωση σε αρχές και αξίες µε τις οποίες µπορεί να ταυτιστεί ο καταναλωτής, και τη συνέπεια λόγων και πράξεων. Κερδίζεται, επίσης, µε τη διαφάνεια και την ειλικρίνεια ως προς την τιµολογιακή πολιτική, τους ισχυρισµούς σχετικά µε τη βιωσιµότητα των προϊόντων, και τη διαχείριση των προσωπικών δεδοµένων. Αυτό ισχύει για τους καταναλωτές, αλλά ισχύει, σε µεγάλο βαθµό, και για τους εργαζοµένους µιας επιχείρησης. Η προσήλωση στους κανόνες αυτούς επιτρέπει σε µια επιχείρηση να διαφοροποιηθεί στην αγορά, να θωρακίσει την πιστότητα των πελατών, να προσελκύσει νέους πελάτες, ταλέντο, συνεργάτες και επενδυτές και, τελικά, να οικοδοµήσει την ανθεκτικότητά της σε κρίσεις.
Πρέπει να θυµόµαστε ότι η έννοια της αξίας, στην εποχή µας, έχει αποκτήσει ένα πολυδιάστατο περιεχόµενο. Η ισορροπία ανάµεσα σε οικονοµική επίδοση, εµπιστοσύνη, καινοτοµία και κοινωνική συνεισφορά είναι αυτό που δηµιουργεί διατηρήσιµη, µακροπρόθεσµη αξία σήµερα.

Με αφορµή τη συµπλήρωση 100 χρόνων παρουσίας της EY στην Ελλάδα, ποιοι θεωρείτε ότι ήταν οι καθοριστικοί σταθµοί αυτής της πορείας και ποια στοιχεία εξηγούν τη διαχρονική της εξέλιξη; Και, σε προσωπικό επίπεδο, ποια εµπειρία από τη δική σας διαδροµή έχει επηρεάσει περισσότερο τον τρόπο που αντιλαµβάνεστε την έννοια της ηγεσίας;
Tο 2026 συµβολίζει, πράγµατι, ένα σηµαντικό ορόσηµο για εµάς, καθώς γιορτάζουµε έναν αιώνα δραστηριοποίησης της EY στην Ελλάδα. Κοιτάζοντας πίσω στο µακρινό 1926, µπορούµε να δούµε ότι η πορεία που διέγραψε η εταιρεία που σήµερα έχει εξελιχθεί στην EY Ελλάδος, µέσα από διάφορους µετασχηµατισµούς, νοµικές µορφές, συγχωνεύσεις και συνέργειες, στηρίχθηκε σε ορισµένες σταθερές αξίες: στη διαρκή προσήλωση στην ποιότητα, στην εµπιστοσύνη των πελατών και στην επένδυση στους ανθρώπους µας. Βασίστηκε, όµως, και στην ικανότητα της EY να προσαρµόζεται στις µεγάλες αλλαγές της οικονοµίας και της αγοράς και να καινοτοµεί.
Είµαστε υπερήφανοι, καθώς στην Ελλάδα, το EY AI & Data Center of Excellence στην Αθήνα, µε περισσότερους από 400 data scientists, AI engineers και επαγγελµατίες τεχνολογίας, ήδη από το 2013 υποστηρίζει το "ταξίδι" µετασχηµατισµού οργανισµών σε πάνω από 30 χώρες στην ευρύτερη περιοχή και είναι από τα σηµαντικότερα, σε διεθνές επίπεδο, κέντρα αριστείας της EY. Ενώ έχουµε δηµιουργήσει, ακόµη, πρωτοπόρα εργαστήρια όπως το EY Robotics Lab, το EY Applied Neuroscience Lab και το Quantum Computing Lab.
Σε ένα περιβάλλον που µεταβάλλεται συνεχώς, η ανθεκτικότητα δεν προκύπτει µόνο από ισχυρά θεµέλια, αλλά και από τη διάθεση να εξελίσσεσαι, να αγκαλιάζεις την καινοτοµία και να δοκιµάζεις νέες προσεγγίσεις. Πρόκειται για ένα ταξίδι διαρκούς µετασχηµατισµού. Αυτό, νοµίζω, είναι και το βασικό δίδαγµα για τους πελάτες µας.
Σε προσωπικό επίπεδο, πιστεύω ότι αυτό που µε διαµόρφωσε περισσότερο ως επαγγελµατία δεν ήταν µια συγκεκριµένη καθοριστική στιγµή, αλλά, αντίθετα, το πλήθος των διαφορετικών εµπειριών που βίωσα στην EY. Είχα την τύχη, από τα πρώτα µου βήµατα, σε ηλικία 25 ετών στην εταιρεία, να δουλέψω δίπλα σε ανθρώπους που µε εµπιστεύτηκαν, µου έδωσαν ευκαιρίες, µε άφησαν να δοκιµαστώ σε πολλά διαφορετικά αντικείµενα και µου ανέθεσαν από νωρίς θέσεις ευθύνης τόσο στη χώρα µας όσο και σε ευρύτερες γεωγραφίες. Αυτή η εναλλαγή ρόλων, η απόκτηση διαφορετικών δεξιοτήτων, η συνεργασία µε εκπληκτικούς ανθρώπους σε διαφορετικές χώρες, η πρώιµη εµπιστοσύνη, η οποία µου δηµιούργησε µια βαθιά αίσθηση ευθύνης για να φανώ αντάξιός της, θεωρώ, µε διαµόρφωσαν ως επαγγελµατία, καθόρισαν τη συνολική πορεία µου και τον τρόπο που αντιλαµβάνοµαι την ευθύνη της ηγεσίας.