Της Ξανθής Γούναρη
Σημαντικές εξαγορές αλλά και ένα νέο κύμα αποεπενδύσεων αναμένεται να πυροδοτήσουν στους επόμενους 12 έως 18 μήνες τα private equity funds που δραστηριοποιούνται στην ελληνική αγορά τροφίμων και ποτών. Έπειτα από έναν κύκλο έντονων τοποθετήσεων την περίοδο 2018-2020, αρκετά επενδυτικά κεφάλαια φαίνεται ότι μπαίνουν πλέον στη φάση ρευστοποίησης συμμετοχών, ενώ ταυτόχρονα προετοιμάζουν νέες εξαγορές σε δυναμικές επιχειρήσεις του κλάδου.
Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, στο επίκεντρο των νέων επενδύσεων βρίσκονται κυρίως μικρομεσαίες εταιρείες με κύκλο εργασιών έως 100 εκατ. ευρώ, οι οποίες διαθέτουν ισχυρά brands, εξαγωγικό προσανατολισμό ή δυνατότητα περαιτέρω ανάπτυξης μέσω συγχωνεύσεων. Την ίδια στιγμή, στα επικείμενα exits δεν αποκλείεται να εμφανιστούν και μεγαλύτερες συναλλαγές, με σημαντικά επενδυτικά κεφάλαια να επιδιώκουν την έξοδο από ώριμες πλέον συμμετοχές.
Η αφετηρία, ωστόσο, για το νέο επενδυτικό κύμα δεν είναι τόσο ευνοϊκή όσο πριν από πέντε χρόνια. Τα υψηλότερα επιτόκια, οι επίμονες αποτιμήσεις των επιχειρήσεων και το εύθραυστο γεωπολιτικό περιβάλλον καθιστούν τις διαπραγματεύσεις πιο απαιτητικές. Παράλληλα, η ενεργειακή αβεβαιότητα και ο κίνδυνος νέων διαταραχών στις εφοδιαστικές αλυσίδες συνεχίζουν να αποτελούν παράγοντες που επηρεάζουν τις επενδυτικές αποφάσεις.
Μπαράζ αποεπενδύσεων
Υπό αυτές τις συνθήκες, η αγορά εκτιμά ότι το επόμενο διάστημα θα προχωρήσουν τουλάχιστον έξι αποεπενδύσεις και περίπου πέντε νέες εξαγορές στον ευρύτερο κλάδο τροφίμων και ποτών.
Στο μέτωπο των exits, πρώτο χρονικά αναμένεται να ολοκληρωθεί το deal που αφορά τη βιομηχανία έτοιμων γευμάτων Παλίρροια Σουλιώτης. Το επενδυτικό σχήμα VNK Capital του Βασίλη Κάτσου, το οποίο από το 2019 κατέχει το 36% της εξωστρεφούς εταιρείας, βρίσκεται σε διαδικασία αποχώρησης.
Η συναλλαγή εκτιμάται ότι θα ολοκληρωθεί εντός Απριλίου, με τις πληροφορίες της αγοράς να κάνουν λόγο για τίμημα που προσεγγίζει τα 90 εκατ. ευρώ, αποτίμηση που τοποθετεί τον όμιλο κοντά στα 250 εκατ. ευρώ.
Ο βασικός μέτοχος της εταιρείας, Κώστας Σουλιώτης, αποφεύγει να επιβεβαιώσει τα συγκεκριμένα μεγέθη, χωρίς ωστόσο να τα διαψεύδει. "Πού θα κάτσει η μπίλια; Αυτό δεν το ξέρουμε ακόμη. Θα φανεί τον Απρίλιο", σημειώνει, αποκλείοντας πάντως το ενδεχόμενο να επαναγοράσει ο ίδιος το ποσοστό του fund στο ύψος των 90 εκατ. ευρώ. Όπως επιβεβαιώνει, στο τραπέζι βρίσκονται δύο επενδυτικά σχήματα του εξωτερικού: το ένα εξετάζει την πλήρη εξαγορά της εταιρείας και το άλλο την απόκτηση μειοψηφικής συμμετοχής.
Τα σχέδια της DECA Investments
Την ίδια στιγμή η DECA Investments, η οποία διαχειρίζεται τα επενδυτικά funds Diorama I και Diorama II, ετοιμάζεται για δύο σημαντικά exits: από τη Μινέρβα και από την Ελληνική Ζυθοποιία Αταλάντης (ΕΖΑ).
Η Μινέρβα έχει μετασχηματιστεί τα τελευταία χρόνια σε έναν πολυσχιδή όμιλο τροφίμων. Μέσω της εξαγοράς χαρτοφυλακίου της Flora Food Greece, η εταιρεία πρόσθεσε στα brands της εμβληματικά προϊόντα όπως τα ελαιόλαδα "Άλτις" και "Ελάνθη", το καλαμποκέλαιο "Φλώρα" και το ηλιέλαιο "Sol".
Στη μετοχική σύνθεση της εταιρείας, πέρα από το fund Diorama I, συμμετέχουν επίσης η EOS Capital Partners του Απόστολου Ταμβακάκη και η Elikonos Capital, με βασικούς επενδυτές τους Π. Κατσούλα, Π. Παπαγεωργίου, Τ. Σολωμό και Δ. Βιδάκη.
Παράλληλα, το Diorama II έχει ήδη ξεκινήσει νέες επενδύσεις, αποκτώντας μεταξύ άλλων πλειοψηφική συμμετοχή στην εισαγωγική εταιρεία τροφίμων Leader. Στο χαρτοφυλάκιο του fund βρίσκεται και η Damavand, εταιρεία μεταποίησης αγροτικών προϊόντων με βάση την ντομάτα. Η επιχείρηση εμφανίζει ισχυρή ζήτηση και, μετά τις πρόσφατες επενδύσεις, η παραγωγική της δυναμικότητα αναμένεται να φθάσει τους 150.000 τόνους ετησίως.
Στην αγορά μάλιστα δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο "μεταγραφής" εταιρειών από το ένα fund στο άλλο –όπως έγινε με την Damavand– σενάριο που συζητείται και για την περίπτωση της ΕΖΑ.
Το ανοιχτό μέτωπο της Agrifreda
Ερώτημα παραμένει το μέλλον της Agrifreda, εταιρείας με έδρα την Πέλλα, στην οποία συμμετέχουν μετοχικά ο ιδρυτής της, Γιάννης Σινιόσογλου, και η EOS Capital Partners.
Η Agrifreda δραστηριοποιείται σε πολλαπλές κατηγορίες προϊόντων –από κατεψυγμένα φρούτα και λαχανικά μέχρι χαλβά, ταχίνι, εμφιαλωμένο νερό και προϊόντα ζαχαροπλαστικής– διαθέτοντας περισσότερους από 1.500 ενεργούς κωδικούς.
Παρά τις διερευνητικές επαφές που έχουν γίνει με πιθανούς επενδυτές, μέχρι στιγμής δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία για την πώληση της εταιρείας, γεγονός που αφήνει ανοιχτό το χρονοδιάγραμμα της αποεπένδυσης.
Η κρίσιμη διετία της Vivartia
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η πορεία της Vivartia, η οποία εισέρχεται σε μια κρίσιμη διετία που αναμένεται να καθορίσει το επενδυτικό της μέλλον.
Το fund CVC έχει ήδη ξεκινήσει τη διαδικασία στρατηγικών αποεπενδύσεων, και η αγορά θεωρεί σχεδόν βέβαιο ότι θα ακολουθήσουν και άλλες κινήσεις.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η Ελληνική Ζύμη, η οποία θεωρείται σήμερα το πιο πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο του ομίλου. Η αποτίμηση που επιδιώκει το fund φτάνει περίπου τα 400 εκατ. ευρώ. Σε αντίστοιχα επίπεδα –κοντά στα 400 εκατ. ευρώ– εκτιμάται ότι αναζητείται αγοραστής και για τη ΔΕΛΤΑ, στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης του χαρτοφυλακίου του επενδυτικού κεφαλαίου.
Η παγκόσμια επανεκκίνηση των private equity
Οι εξελίξεις στην ελληνική αγορά εντάσσονται σε ένα ευρύτερο διεθνές περιβάλλον επανεκκίνησης του κλάδου των private equity.
Σύμφωνα με την 17η Παγκόσμια Έκθεση Private Equity της Bain & Company, έπειτα από τρία χρόνια σχετικής στασιμότητας, η αξία των εξαγορών αυξήθηκε το 2025 κατά 44% σε ετήσια βάση, φτάνοντας τα 904 δισ. δολάρια. Παράλληλα, οι αποεπενδύσεις αυξήθηκαν κατά 47%, αγγίζοντας τα 717 δισ. δολάρια.
Η ανάκαμψη συνδέεται κυρίως με μεγάλες συναλλαγές και με τη σταδιακή αποκλιμάκωση των επιτοκίων, που βελτίωσε την πρόσβαση στη χρηματοδότηση. Παράλληλα, τα επενδυτικά κεφάλαια διαθέτουν ακόμη υψηλά αποθέματα "dry powder", τα οποία υπολογίζονται περίπου στα 1,3 τρισ. δολάρια.
Ωστόσο, το περιβάλλον παραμένει απαιτητικό. Οι αποτιμήσεις παραμένουν υψηλές, οι επενδυτές εμφανίζονται πιο επιλεκτικοί και το fundraising υποχωρεί. Επιπλέον, μεγάλος αριθμός εταιρειών εξακολουθεί να βρίσκεται στα χαρτοφυλάκια των funds για μεγαλύτερο διάστημα, γεγονός που αυξάνει την πίεση για αποεπενδύσεις τα επόμενα χρόνια.